Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Αλαβέρα. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Αλαβέρα. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Τι να ζητά η νύχτα ...

Night train by Kent Whitaker

Τι
να ζητά η νύχτα

που την ψυχή απομακρύνει
ακούσια από το σώμα της;
Τι μένει δεμένο, διαδρομή
και δέλεαρ, παγίδα της πανσελήνου;

Το σπίτι και η σκιά του
καράβι φτερωτό,
τσαμπιά σταφύλια τα πανιά του.

Σεντόνι κυπριακό,
άσπρο φόντο, απ' την ανάποδη
γύρνα τον κόσμο, τον χορό,
τ' αστέρια κάτω, λακόχρωμες
ανταύγειες του καλύμματος.
Η θάλασσα
πάνω, και κάτω κάτω άγκυρες
οι ουρανοί. Σκιά ο κλώνος,
το τσαμπί, σκιά τ' ανεστραμμένα
ανθρωπάκια, σκιά η ψυχή, είμασταν
νέοι κάποτε∙ στα χέρια των κοινών
θνητών
τα δύο άκρα αγγίζονται∙
σεντόνι καθαρό στο καθαρό κρεββάτι.

Το τέλος όσο μακρόσυρτο
τόσο βαρειά η ψυχή του.

Ρούλα Αλαβέρα
από τη συλλογή Έξη ελληνικά κεντήματα
για την Αμαλία Μεγαπάνου, 1998

Πηγή: Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Τηλέμαχος Αλαβέρας (1926 - 2007)

Μόλις κυκλοφόρησε το 22ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Πάροδος, που εκδίδει στη Λαμία ο ποιητής Κώστας Ριζάκης, με ένα αφιέρωμα στον Τηλέμαχο Αλαβέρα, τον πεζογράφο, εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Πορεία επί 52 χρόνια και σχεδόν ισόβιο πρόεδρο της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει 23 κείμενα γνωστών ποιητών, πεζογράφων και κριτικών για την πολλαπλή και εξαιρετικά σημαντική προσφορά του στην ελληνική λογοτεχνία. Μεταξύ των συγγραφέων των κειμένων περιλαμβάνονται οι ποιητές της Θεσσαλονίκης Μαρία Κουγιουμτζή, Άννυ Κουτροκόη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Νίκος Μυλόπουλος και Τόλης Νικηφόρου.

Για μένα όμως, πάνω απ' όλα, ο Τηλέμαχος Αλαβέρας ήταν στενός φίλος μου. Παραθέτω λοιπόν το δικό μου κείμενο ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του Τηλέμαχου.

Το δέντρο του δικού μας δάσους

Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Άη Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα - πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη μεγαλύτεροι, πρόσωπα μυθικά.

Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά μας στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως τη δική του στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους». Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.

Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις». Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, με κάλεσε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μας, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η δική μου γνωριμία με τη Ρούλα, η δική του με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.

Θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από στοίβες βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο μας κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να μου διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.
Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου από την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.

Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω. Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου για κείνον και η δική του, πιστεύω, τρυφερότητα για μένα. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.

Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα το δίκιο του και με υπερασπίστηκε εκείνος στο δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου. Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους. Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι πατάνε αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.

Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους. 

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Μέταλλο


Μέταλλο που μ' αρέσει
μέταλλο που ακουμπώντας τα χείλη παγώνεις

κοφτερή λάμα
άχρωμο
κρύο
μέταλλο που μ' αρέσει
μέταλλο που σε κόβει

Το μέταλλο που φοβάσαι το κρατώ στο χέρι μου
κι έχεις δίκιο να φοβάσαι το χέρι μου
Οπλίσου πιο γερά εσύ
εγώ έμαθα να πεθαίνω

Ρούλα Αλαβέρα
από τη συλλογή Μπλουζ, Το σόου δεν πήρε τέλος, 1990

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Δυο λόγια για τα λογοτεχνικά περιοδικά - Η Πάροδος

Είναι αυτονόητο ότι τα λογοτεχνικά περιοδικά έχουν μεγάλη σημασία για τη λογοτεχνία μιας χώρας. Εκεί εμφανίζονται οι νέες φωνές που υπόσχονται πολλά και αργότερα καταξιώνονται, εκεί δημοσιεύονται για πρώτη φορά πολλά ποιήματα, πεζά, μελέτες και δοκίμια, εκεί ανθολογείται το έργο γνωστών λογοτεχνών, εκεί κρίνονται τα ποιητικά και τα πεζά κείμενα, εκεί πάλλεται ο λογοτεχνικός σφυγμός της χώρας.

Στην Ελλάδα υπήρξαν πολλά σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά τον 20ο αιώνα. Έχουν γίνει ειδικές μελέτες, συνέδρια, συναντήσεις και συζητήσεις για τον ρόλο τους και τη συμβολή τους. Και σήμερα κυκλοφορούν δεκάδες αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά. Στον ιστότοπο του Χρήστου Δημάκη, Σύγχρονη ελληνική ποίηση, είναι καταχωρημένα 58 λογοτεχνικά περιοδικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλα. Και χωρίς να υπολογίζονται τα επίσης αξιόλογα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, μια πρόσφατη τεχνολογική εξέλιξη.

Το κάθε λογοτεχνικό περιοδικό είναι τις περισσότερες φορές έργο ενός ανθρώπου. Ενός καλού ποιητή συνηθέστερα ή πεζογράφου, συγκινητικά αφοσιωμένου στην έκδοση του περιοδικού, που έχει τη βοήθεια μιας συντακτικής επιτροπής αλλά είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να τα κάνει σχεδόν όλα. Από το πιο «πνευματικό» αντικείμενο ως τις πιο ταπεινές χειρονακτικές εργασίες. Από την ανάγνωση αναρίθμητων χειρογράφων, βιβλίων και περιοδικών και την επιλογή των προς δημοσίευση ή κριτική κειμένων, ως το σφουγγάρισμα του χώρου (όπως έχει αναφέρει ο Γιώργος Κορδομενίδης για το υπόγειο του Εντευκτηρίου). Από την αντίσταση σε πιέσεις, παρακλήσεις, παράπονα, ως τη συσκευασία και την αποστολή των τευχών στους συνδρομητές του. Πώς μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς και να τιμήσει μια τέτοια προσφορά;

Από τα πολλά σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά που άρχισαν να εκδίδονται μετά το 1950 και πιο συχνά μετά το 1980, θα αναφέρω εδώ ενδεικτικά μερικά που παρακολουθώ τακτικά και γνωρίζω καλύτερα.

Στη Θεσσαλονίκη, τη Νέα Πορεία του πεζογράφου Τηλέμαχου Αλαβέρα, που ολοκλήρωσε τη διαδρομή της πρόσφατα μετά τον θάνατο του εκδότη της, τη Διαγώνιο του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου που και αυτή έχει πάψει να εκδίδεται, το Τραμ του πεζογράφου Γιώργου Κάτου που και αυτό δεν κυκλοφορεί πλέον μετά τον θάνατο του εκδότη του, το Εντευκτήριο του πεζογράφου Γιώργου Κορδομενίδη. Ακόμη, το Ενώπιον του ποιητή Γιώργου Γιαννόπουλου που άρχισε να εκδίδεται πρόσφατα και κάνει μια αξιέπαινη προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης.

Στην Αθήνα, την Ευθύνη του ποιητή Κώστα Τσιρόπουλου, τη Λέξη των ποιητών Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχου, τον Μανδραγόρα του ποιητή Κώστα Κρεμμύδα, την Οδό Πανός του ποιητή Γιώργου Χρονά, την Πανδώρα του πεζογράφου Γιώργου Ρωμανού, την Ποίηση (Ποιητική τώρα) του ποιητή Χάρη Βλαβιανού. Ακόμη, τα πιο γνωστά περιοδικά Νέα Εστία και Διαβάζω.

Στην Κέρκυρα εκδίδεται ο Πόρφυρας από τους ποιητές Δημήτρη Κονιδάρη και Περικλή Παγκράτη, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας το Εμβόλιμον από τον ποιητή Γιώργο Χ. Θεοχάρη, στα Γιάννενα η Φηγός από τετραμελή συντακτική επιτροπή, στη Λαμία η Πάροδος από τον ποιητή Κώστα Ριζάκη.

Το λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος διανύει τώρα τη δεύτερη περίοδό του. Εκτός από την κανονική σειρά τευχών με ποικίλες συνεργασίες, εκδίδονται και τεύχη αποκλειστικά αφιερωμένα σε ποιητές κυρίως, στα οποία γράφουν διάφοροι κριτικοί, ποιητές και πεζογράφοι. Τα τεύχη φέρουν κοσμήματα, σχέδια και πίνακες ζωγραφικής γνωστών ζωγράφων και γλυπτών.

Όλα αυτά είναι έργο του Κώστα Ριζάκη, ενός άξιου ποιητή αφοσιωμένου ολόψυχα όχι μόνο στο ποιητικό του έργο αλλά και στη σημαντική αυτή άλλου είδους προσφορά. Στο τεύχος που εικονίζεται παραπλεύρως η δική μου συμμετοχή ήταν ελάχιστη και μάλλον απρόθυμη. Ο Κώστας Ριζάκης σκέφτηκε, οργάνωσε και διεκπεραίωσε τα πάντα μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Μετανιώνω τώρα που δεν τον βοήθησα περισσότερο. Ας δεχτεί τουλάχιστον ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Υπόγεια ρεύματα



Στη μνήμη του Τηλέμαχου Αλαβέρα


Ξημέρωσε δύσκολη μέρα
Το δάκρυ στάθηκε στα βλέφαρα

Άνοιξε η καταπακτή
Δέχθηκε το σώμα του

Κάτω απ' τις πύλες της αβύσσου
υπόγεια ρεύματα κυλούν
Λιποψυχία και θάρρος
κονταροχτυπιούνται ανελέητα

Το περιτύλιγμα της σιωπής
γεμάτο ρωγμές, ενώ

το κράμα των συναισθημάτων
φέρνει εξελίξεις απρόβλεπτες
και η προσμονή μιας ανάτασης
τσακίζει τα φτερά της
στους βράχους της θάλασσας

Χαρά Χρηστάρα
από τη συλλογή Υπόγεια ρεύματα (2008)

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Η πόλη που ζω


Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
Επιβάλλει το βήμα μου να' ναι πίσω
Εξαναγκάζει την καρδιά
Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
τους στρατιώτες της στα φυλάκια
Αυτή η χώρα μου μ' εξαγοράζει

Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
Λένε πως η μοναξιά
ζει με τους πεθαμένους
πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
και φρούτα παράκαιρα.
Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.

Ρούλα Αλαβέρα
από τη συλλογή Πέρασμα 1964, 1966

Δημοσιευμένο στο Translatum, Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης