Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Η αχλή΄του βουνού και το νήμα

«Κοίταξε με είμαι στο βουνό απέναντί σου. Της κορυφής του την αχλή σου τη χαρίζω να φτιάχνεις με το νήμα της τα κορδελάκια για τα δώρα σου. Ίσως κάποτε να διαλυθεί και να σωθεί το νήμα, τότε ευκρινέστερα θα δεις το πρόσωπό μου. Για την ώρα σταμάτα να διαλέγεις τα προσόψια εκεί δεν θα με βρεις, όσο κι αν ψάχνεις» σημείωσε ο γενοβέζος ποιητής κι έπειτα κατέφυγε στον αχνιστό του εσπρέσο. Ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που απ' τη Μουργκάνα σηκώνονταν οι αετοί και στο Νησάκι τα αμφίβια χορεύαν, κάτι ηρωικό αν καλά ενθυμούμα. Πάνδημη απλώθηκε στο πρωινό του κόσμου η κραυγή. Πρώτες οι μπαλαρίνες χειροκρότησαν πλησίασαν τον ποιητή με χάρη - ατάραχος εκείνος- του 'δειξαν τα όμορφα νησιά, τις γόνδολες με τα κυρτά κορμιά, του παραστάθηκαν. «Ξέρετε αν το νημα σώθηκε;» ρώτησε ανυπόμονα σε έριδες ανάμεσα και ουρλιαχτά. «Τη νύχτα που μου δόθηκε την ξόδεψα. Τα τρένα αναχωρήσανε στην ώρα τους, καιρός να σας ασπαστώ και να συγκλίνω με τους άλλους». 

Βαγγέλης Τασιόπουλος
από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων,2017 

Δεν υπάρχουν σχόλια: