Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Πατρίδα (απόσπασμα)

                                          Ι

Δεν σε φωνάζω με τ' όνομά σου γιατί ξέρεις ότι γράφω
Μονάχα για σένα και κείνο το χειροσφίξιμο και το
Πλέξιμο των δαχτύλων - ενώ μας εκμηδένιζε το κλαρίνο
Μεταμορφώνοντας μας σε δύο όμοιες στάλες
πρωινής δρόσου
Στις καλαμποκιές - για την ανάσα σου στη φωλιά του
Ώμου μου τα μαλλιά σου σκοτεινό αδιαπέραστο δάσος το
Βλέμμα σου να μου αλλάζει σεντόνια εκεί πλάι στο
Νερό του ποταμού - ανάμεσα στις πληγωμένες ιτιές
Από τα μαχαίρια των αηδονιών - και στις φροντίδες
Των εποχών στην αγκαλιά της πατρίδας επιτέλους.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 2
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Το δέντρο


Poems are made by fools like me
but only God can make a tree
(Joyce Kilmer, 1886-1918)

Αυτό το δέντρο δεν έχει τίποτα να κρύψει πια
Γυμνά κλωνιά νεκρά άκαμπτα μέλη απομεινάρια
Από αετοφωλιές κούφιο κορμί παλιό ενδιαίτημα
Αγριμιών ριζες κυρτές ξασπρισμένες από ενέδρες
Ερπετών και το ανήλεο σφυροκόπημα τηςμπόρας
Αυτό το δέντρο στην ανάσα του γκρεμού απο-
γειώνεται μπαίνει στην τροχιά των ονείρων
Εξουσιάζοντας την περιοχή όπου φέγγουν τα δάχτυλα
Σου στο σκοτάδι καθώς χτυπάνε τα πλήκτρα της
Νύχτας κι είναι τρελλό πέταγμα πουλιών αυτή η
Λαχτάρα - καθώς κυματίζει μέσα μου ξυπνώντας
Ξεχασμένους παιάνες ανακαλώντας μνήμες από
Χαμένες μάχες - να μη σε χάσω.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 2
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Αποκατάσταση


Φυλλομέτρησα παλιά βιβλία για να σε συναντήσω
Δυσκολεύτηκα να σ΄αναγνωρίσω καθώς σ' είχαν ντύσει
Τόσα στολίδια τόσες ρίμεςτο φόρεμα πεταμένο στην άκρη
Οι μπογιές στο πρόσωπο ανακατεμένες με δάκρυα κι ένας
Έρωτας αποκαμωμένος ύστερα από ένα μπουκάλι φτηνό
Κρασί με χαμένες εκείνες τις «μικρές άσπρες φωνές»
Ανάμεσα στις απεγνωσμένες κραυγές της πτώσης στο
Βάραθρο της απελπισίας ποιος μίλησε για φεγγάρια
Κι ανοιχτούς ορίζοντες. Εσύ που γνώρισες τους σκοτεινούς
Δρόμους του πάθους μισή ενοχή και μισή λαχτάρα
Με το φιλί ανάμεσα απαγχονισμένο ξεφωνίζοντας
Σ' έρημες στοές γκρεμίζοντας τους βράχους της μοναξιάς
Ναρκοθετώντας περιοχές όπου ανίδεοι μηρυκάζαν
Τον βολικό έρωτά τους πώς κατάντησες έτσι ανάμεσα
Σ' ένα σύζυγο και σ' ένα γραφείο πώς πάχυνες.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

¨Οταν περαστικός ...


Όταν περαστικός θα σκέφτεσαι πως ήταν ανώφελη
η θυσία
Θα 'ρχεται η φωνή του εκφωνητή και θα σου σπάει
τα τύμπανα
Η πύλη θα γκρεμίζεται παρασέρνοντας
τα επιχειρήματά σου σαν κορμιά
Ο φαντάρος που αρνήθηκε να ρίξει θα εκτελείται
από σένα
Οι αστυφύλακες θα λιάζονται και θα σε κοροϊδεύουν
Θα βραχνιάζεις στα γήπεδα για μια πετυχημένη κλωτσιά
Θα νοστιμίζεις τη ζωή σου με ακίνδυνα πάθη
Χαζοξενυχτώντας παίζοντας χαρτιά καρφώνοντας
τους φίλους σου
Που χθες φιλούσες ψάχνοντας για σκουριασμένο αίμα
σε ήρωες
Παλιών συμβάντων ενώ θα πουλάς το δικό σου
για ένα κομμάτι ψωμί
Χλευάζοντας ό,τι με κράτησε ζωντανό τόσα χρόνια
Δεν θα την άντεχες τέτοιαν υπομονή και στέρηση
Συνηθισμένος να ξοδεύεσαι σε επιταγές τόσων -ισμών
Σε βοηθούν και τα φαιδρά καμώματα του καιρού
αναθεωρήσεις
Κόντρα σε αναθεωρήσεις απομυθοποιήσεις
και μυθοποιήσεις των
Απομυθοποιήσεων βολεύτηκες βρήκες τη γωνιά σου
                           Όμως τι θέλει
Τούτη η πίκρα π' ανεβαίνει στο κορμί υδράργυρος σε
Θερμόμετρο και ποιος θα τη λογαριάσει;
Όσοι θα μπορούσαν αναπαύονται στα βιβλιοπωλεία
- Κάθε γνήσιο αντίτυπο φέρει την υπογραφή
του κληρονόμου -
Όσοι γλύτωσαν καμώμονται πως δεν έχουν καιρό
Στήσαν σπιτικό μεγαλώνουν παιδιά προσμένοντας
Τα είκοσι τους χρόνια για να σωθούνε.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Ονειρεύτηκα πάλι ...


Francoise Nielly

Ονειρεύτηκα πάλι το γκρίζο μου όνειρο
Έρχεται και ξανάρχεται παλιά πληγή
που δεν λέει να κλείσει
Είναι ένα παραμελημένο περιβόλι η πόρτα του σάπια απ'
Τη βροχή ο φράχτης του ένας σωρός πέτρες
Όσα κλήματα γλύτωσαν σκαρφάλωσαν σ' αγριοκερασιές
Ταϊζουν κάθε χρόνο τα πουλιά και τον άνεμο
Εκεί περιφέρεται περίλυπη ανάμεσα στα δέντρα
Μιλάει στα σύννεφα κι εκείνα βρέχουν μπορεί
Να κλάψει ελεύθερα είμαι κρυμμένος πίσω
Απ' τον κορμό μιας Βελανιδιάς δεν αντέχω άλλο
Τρέχω ανοίγοντας τα χέρια και χάνεται στην αγκαλιά μου
Και βρέχει σκέφτομαι πως είναι όνειρο
- Θε μου πόσος σπαραγμός χωράει σ' ένα όνειρο -
Είναι χιλιάδες μίλια μακριά μπορεί να μην την ξαναδώ
Συνηθισμένη ιστορία - θα πείτε -
άλλοι την ξεπερνούν εύκολα
Μα εγώ τη φοράω κατάσαρκα χειμώνα καλοκαίρι

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Έτσι ξεκινάει ένα ποίημα


photo art Kyle Thompson

Έτσι ξεκινάει ένα ποίημα
Με μεγάλα περιθώρια να σε χωρέσει ολόκληρον
Με αποθέματα αναπνοών για τις κραυγές σου
Με σιωπές κυκλωμένες από μαχαίρια
Να το διώξεις να μην σε παιδεύει άλλο
Κάτι συμβαίνει και στην πρώτη στροφή το χάνεις
Ψάχνεσαι απεγνωσμένα για τσιγάρο
Εδώ ήσουν αγαπημένη ασφαλισμένος
Στάθηκα να ιδώ την πόλη λίγο
Γύρισα είχες φύγει ...
Σ' έψαξα τρελλός στους περαστικούς
                           Σ' έχασα
Είκοσι χρόνια σε φροντίζω      
Άϋπνος φτάνω αργά στη δουλειά
Κλέβω τα φωνήεντα απ' τους στίχους
Μη σου λείψει τίποτα
Με κάνεις ό,τι θέλεις όπως το ποίημα.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Εδώ θα ζήσουμε


Εδώ θα ζήσουμε
Πατώντας αυτό το χώμα
Π' ανθίζει από το αίμα
Κάθε χρόνο παπαρούνες
Πλάϊ στα σπίτια με τις πολεμίστρες
Περνώντας πάντα βιαστικοί
Σκύβοντας στο επικίνδυνο σημείο
- Γιατί πάντα κάποιος μας σημαδεύει -
Κρατώντας σφιχτά τον χαρτοφύλακα
Που κάποτε ήταν αυτόματο
- Ε! φίλε, απ' τον καιρό που πέφταν αστραπές
Και σ' έχανα και σ' εύρισκα
Πλάϊ σε πεσμένα δέντρα
Καιρός να μάθεις την καινούργια γλώσσα
Να πηγαίνεις ορισμένη ώρα στο γραφείο σου
Να βγαίνεις τα Σαββατοκύριακα με συντροφιά
Προσπάθησε να σβύσεις τη φλόγα του κεριού
Που ζωγραφίζει μάχες στους τοίχους
Κι αν δεν τα καταφέρεις
Άφησε τη βορεινή πόρτα ανοιχτή
Να την τελειώσει ο άνεμος
Ζήσε σαν χθεσινός μελλοθάνατος
Που την τελευταία στιγμή ο αποσπασματάρχης
Αντί του «επί σκοπόν» κραύγασε: «τους ζυγούς λύσατε»
Ξεμπερδεύοντας με την εποχή των μαρτύρων
Ανοίγοντας την πόρτα σε μια καινούργια έκταση
Με τους ανεμοδείχτες να γυρίζουν τρελλά
Με τα όνειρα θερισμένα κι έναν κατακόρυφο ήλιο
Να τους βάζει φωτιά
Ώσπου μια βιβλική βροχή να τα εξαφανίσει όλα
Χωρίς καινούργια κιβωτό χωρίς ελπίδα πια

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τοπία, 1973
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Δάσος


Τελικά έτσι τα κατάφερα ν' αφήνω μια δουλειά μισο-
Τελειωμένη
και ν' αρχίζω άλλη
Με σένα πίσω από κάθε πόρτα
Το είδωλό σου σε κάθε καθρέφτη
Τρελλαίνοντάς με
Ξεφλουδίζοντας τον ύπνο μου
Μασουλώντας το από μέσα των ονείρων
Βρες ένα τρόπο να με λυτρώσεις
Να ξυπνώ και να 'μαι το αύριο
Γιατί μετρώ τα χρόνια μου και μένει
Ένας βροχερός Οχτώβρης και μια
Μεγάλη περιπλάνηση στις ακρογιαλιές του κορμιού σου
Πού να σε μεταφυτέψω να φθίνεις χρόνο με το χρόνο
Γιατί εδώ ρίζωσες και θέριεψες
Λουλουδίζεις χειμώνα καλοκαίρι
Καταργώντας τις εποχές
Σκάνε οι καρποί σου τις νύχτες πολύχρωμα βεγγαλικά
Γεμίζοντας ένα γύρω την έκταση
Θα γίνεις δάσος και θα πνίξεις το σπίτι
Θα με σταυρώσεις στα κλωνάρια του

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Flashback, 1971
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
(Ποιήματα 1961-2011), 2013

Αύρα


art by muge basak

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι
Έλεγα πως όλα τελείωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί
Κολυμπούσα μ' ένα δελφίνι πλάι μου
Ώσπου έφτασε κείνη η συντροφιά
Με το μελαχροινό κορίτσι
Που 'χε τα χέρια της φωλιές πουλιών
Και τα μαλλιά της ορμητήρια ανέμων
Με συνεπήρε ο καϋμός κι άρχισα πάλι
να γράφω στίχους
Ξενυχτούσε μαζεύοντας αστέρια
για τα μαύρα της μαλλιά
Την άλλη μέρα τα πετούσα
Σκόρπιζαν
Μου 'παν πως τα πείραζε η υγρασία της θάλασσας
Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες
στο κορμί της
Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές
Και δεν θυμάμαι τι άλλο
Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες
Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους
Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του
Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες
Με σχέδια για τ' άλλο καλοκαίρι

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Flashback, 1971
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
(Ποιήματα 1961-2011), 2013

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Ξένος

art by muge Basak

Κάθεται ήσυχος στη γωνιά του οι κουβέντες μας
χτυπούν με δύναμη στον τοίχο πέφτουν πληγωμένες
στο πάτωμα και σβύνουν αθόρυβα
τόσοι θάνατοι δίχως λόγο
ή μουντά κυριακάτικα πρωινά
να τριγυρνάει σ' έρημους δρόμους
ανάμεσα στ' απομεινάρια της χθεσινής γιορτής
παρασέρνοντας ψιθύρους κα ερωτόλογα
μυστικά ως τότε κρυμμένα βαθιά
μ' επάνω τους γαλήνια θάλασσα να ξεγελάει
είναι παράξενος τύπος παντρεύτηκε από συνοικέσιο
κοιμάται ως αργά την Κυριακή καπνίζει ατέλειωτα
τον στενεύουν τούτοι οι μίζεροι ορίζοντες
τα λειψά ποτάμια τ' αναιμικά πεύκα η βολική θάλασσα
μονάχα όταν σκέφτεται ονόματα μακρινών πολιτειών
και τόπων
όπως λ.χ. Νίζνι Νόβγορόντ ή Γιασνάγια Πολιάνα
νοιώθει τον υπερσιβηρικό να τραντάζει το αίμα του
μα κι αυτό για λίγο όπως όταν σου χαμογελά μια κοπέλλα
(κι αρχίζει να ψιχαλίζει στα λογιστικά σου βιβλία)
ενώ ο ξένος πίσω σου ανοίγει σαν τριαντάφυλλο.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Το εγκαταλειμμένο σπίτι, 1968
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
(Ποιήματα 1961-2011), 2013