Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Η Παληομάνα


Δυο τρία μίλια ευθεία μπροστά απ' το Όλυμπος-Νάουσα
βαθαίνει απότομα η θάλασσα δέκα οργιές, όπου σαπίζουνε
χιλιόχρονα φύκια, βυθισμένες γαλέρες, τόνοι οργανικά
και το Φετχί Μπουλέντ ακόμη, οξειδωμένο.
Εκεί ακριβώς αναδύονταν μέσα στη νύχτα, κάθε νύχτα, ένας ύφαλος
που μεγεθύνονταν κατόπι και γινότανε νησί επίπεδο, πλατύ
κι ύστερα άλλοι ύφαλοι φύτρωναν ο ένας μετά τον άλλο
σχημάτιζαν μία λεπτή λωρίδα γης με γκρέμια γύρω τους και βράχια.

Και μες τον ύπνο μου ξεκίναγα από κει κι ακροβατούσα πάνω τους
ισορροπώντας με μικρές παραλλαγές τού τρόμου
συχνά με κίνδυνο να πέσω στις καταβόθρες τού ονείρου
προχωρώντας να σε βρω μαγνητισμένος απ' των κυμάτων τις σκιές.

Ώσπου μια χαραυγή μετά από χρόνια, αφού βάδισα ώρες πολλές
και προφανώς κουράστηκα, ξυπνώντας με μια κράμπα βασανιστική
είδα στο φως ξεκάθαρα όλα τούτα τι σημαίναν.

(Πώς στην αρχή, τον πρώτο καιρό δεν το ένιωσα, πώς
βαθμιαία εισέρχονταν η αρρώστια μες στο αίμα μου
αλλοίωνε τους ιστούς, διέλυε το συκώτι και τη σπλήνα
σαπίζοντας τα γάγγλια τους αδένες και τις υποφύσεις.

Πώς βαθμιαία τα εύκολα γέλια κατρακύλησαν σε δύσμορφα χαμόγελα
και γρήγορα φεύγανε οι γιορτές χωρίς να γιορτάζω τίποτα
δίχως σκοπό επέτειοι, αμήχανα καρναβάλια, χαράμια Πάσχα
και πέρναγε η άνοιξη χωρίς τις φουσκοθαλασσιές
τα καλοκαίρια πέφτοντας διαρκώς μια γκρίζα μουσική.)

Ήταν εσύ που χρόνο με χρόνο απομακρυνόσουν αλλά εδώ πάντα είχες ρίζες
να παρακολουθείς, να ελέγχεις, να ρυθμίζεις για να μπορείς να τιμωρείς
μικρό νησάκι σκαιής εκδίκησης στις εκβολές του ποταμού, στην Παληομάνα
που μια στενή στεριά το ενώνει με τη μήτρα του, την πόλη και εμένα
για να περνάνε βάναυσα οι εποχές αφήνοντας πίσω διάλυση και όζους.

Όχι μόνο με χάλασες , με γκρέμισες ,σακάτεψες,
αλλά έφτιαξες και μια υπόγεια ενύπνια γραμμή να μας ενώνει
για να γεμίζει τη ζωή μου κατάρες και αναθέματα, ως το τέλος.

Γιάννης Καρατζόγλου
από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως, 2006 

Δεν υπάρχουν σχόλια: