Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

La maison

Ήμουν οχυρωμένος σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο
στη μέση του χειμώνα
Η βροχή χτύπαγε επίμονα τα παράθυρα και την πόρτα
Ποιος όμως να ανοίξει;
Εγώ μέσα πάλευα με όλα αυτά που ήθελα να ζήσω

Κάποτε όμως η μουσική γίνεται αδιάκριτος φίλος
που χωρίς να ρωτήσει ανοίγει κρυφά το σύρτη
και στην πόρτα στέκεται ένα πάμφωτο κενό
που σε εκπλήσσει
παίρνοντας το σχήμα γυναίκας
με κυκλάμινους γλουτούς και ωκεάνια στήθη

Τότε είναι που ικετεύεις τους δαίμονες της όρασης
να εξακοντίσουν τα λόγχιμα μάτια σου
και τους κυνόδοντες της αφής
να χαράξουν βαθιά τραύματα
στο κορμί θήραμα που δεν αντιστέκεται
και παραδίνεται στην απόλυτη τελετή

Η βροχή ξαφνικά σωπαίνει
Πώς να προλάβεις το δώρημα των λέξεων;
Τον εξαγνισμό της αδόκητης θυσίας να εξηγήσεις;

Φορώντας βιαστικά το διάσπαρτο άρωμά της
χάθηκε
αφήνοντας το πρωινό ονειροκτόνο φως
να αντιμάχεται το ελεήμον σκότος.

Γιάννης Τόλιας
από τη συλλογή Εξίτηλος χρόνος, 1999
(Συγκεντρωτική έκδοση Ό, τι άγγιξα κι ό, τι θυμάμαι,
ποιήματα 1981 - 2011, 2011)


1 σχόλιο:

Γιώργος Τσιρώνης είπε...

Εξαιρετικό