
Ορθρίζει. Κοπάδια βελάζουν σιγανά.
Κρυστάλλινα νερά κυλούν σε γούρνες.
Τσεμπέρια, ντορβάδες, χέρια με ρόζους.
Ο απόηχος του χθεσινού γλεντιού:
χάλκινα πνευστά και μολυβένια θλίψη
Στον Χολομώντα αναθρώσκων καπνός.
Μια ήσυχη βροχούλα στο Παγγαίο.
Κι οι βουρδουνάρηδες το κίνησαν στον Άθω,
με τιρερέμ και κύριε ελέησον στα χείλη
Ραμφίζουνε στις Πρέσπες ερωδιοί,
με ρω του έρωτ' απερίγραπτα.
Κι ένα φλαμίνγκο μοναχό του απορεί,
στο Δέλτα του Στρυμόνα.
Σοφά πλατάνια, μοιρολόγια.
Έντιμοι γιακάδες, σηκωμένοι.
Κρύο σοβαρό και μετρημένα λόγια.
Παρεκκλησάκι' αχνίζουνε στο λυκαυγές,
στον Βάβδο, στη Γαλάτιστα, στην Όσσα.
Κουρμπάνι στη Γουμένισσα, ντόπιο κρασί.
Σκυλιά που αλυχτούνε σε σοκάκια.
Ορθρίζει και πάλι,
σεμνά,
μακεδονίτικα,
όπως αρμόζει.
Και στην υγρή Συμβασιλεύουσα,
σα μεσ' απ' όνειρο βγαλμένος
ο Νίκος - Γαβριήλ Πεντζίκης
ψέλνει εσαεί το ανέκφραστο.
Παναγιώτης Γούτας
από τη συλλογή Ντόρτια, 2012