Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010
Μιλάει ένας ληστής
Κουράστηκα πια στα υψίπεδα
και θέλω χαμηλά να κατέβω,
το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας
που ισιώνει στον κήπο τον κισσό
και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.
Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,
η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει
και ο πυρετός ακάθεκτος,
όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει.
Πήρε απόγευμα κιόλας
και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια
πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.
Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.
Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,
τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,
και τους τρελούς μέσα βαθιά στ' αυτιά τους
σκυλιά τους κυνηγούν,
σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.
Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
και θέλω χαμηλά να κατέβω,
το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας
που ισιώνει στον κήπο τον κισσό
και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.
Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,
η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει
και ο πυρετός ακάθεκτος,
όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει.
Πήρε απόγευμα κιόλας
και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια
πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.
Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.
Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,
τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,
και τους τρελούς μέσα βαθιά στ' αυτιά τους
σκυλιά τους κυνηγούν,
σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.
Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010
Ο φοβερός φονιάς Τζων Μπολ
Αλλά και αν έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε
είναι γιατί το βλέμμα ήμουν
που μετατόπιζε μέσα σας φωνές πνιγμένων.
Κι αν πικρός μονίμως γυρνούσα
είναι γιατί μια καρδιά είχα σαν το θήραμα τρομαγμένη
που, ενώ το περίμενες πρηνής,
αυτό από την πίσω ήδη μεριά του θάμνου
αναγκασμένο ήταν να φεύγει.
Όσο γι’ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,
πιστέψτε με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.
Σαν το κερί που το ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι
και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,
ο αλκοολικός γιατί τον προσέβαλαν.
Σαν τη ζυγαριά
σε αποβάθρα σταθμού χρόνια καταργημένου
και στα το κλειδί που μήνες το βλέπαμε στην άκρη του δρόμου,
πλην όμως κανείς δεν το έπαιρνε
γιατί κανένας δεν ήξερε,
κανένας δεν ήξερε την πόρτα του.
Γι’ αυτό και έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε.
Διότι το λάδι μπορεί να ήμουν
που γιάτρευε την πληγή σας, αλλά και ο καρπός
που τον πάτησε το ζώο ήμουν, και την τελευταία στιγμή
σωριάστηκαν, τσακίστηκαν όλα στον γκρεμό,
το φορτίο μαζί και το κάρο.
Ο άνεμος ακόμη που έδενε το στάρι σας,
αλλά και αυτός που ρίξατε
όταν κάνατε την πιο μεγάλη στον κόσμο
της ευτυχίας μοιρασιά ήμουν,
δεν είπα τίποτα σε κανένα σας τότε,
πλην όμως αιώνια ορκίστηκα, σαν το κατάλαβα, εκδίκηση
και άκτιστη έμεινε η ψυχή μου σαν ένα σπίτι, μισή έμεινε
και σαν την εκκλησία που τη γκρέμισε ο σεισμός
και στάθηκε το καμπαναριό άθικτο,
η φωλιά του πελαργού στάθηκε,
η φωλιά του πελαργού και η καμπάνα.
Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
είναι γιατί το βλέμμα ήμουν
που μετατόπιζε μέσα σας φωνές πνιγμένων.
Κι αν πικρός μονίμως γυρνούσα
είναι γιατί μια καρδιά είχα σαν το θήραμα τρομαγμένη
που, ενώ το περίμενες πρηνής,
αυτό από την πίσω ήδη μεριά του θάμνου
αναγκασμένο ήταν να φεύγει.
Όσο γι’ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,
πιστέψτε με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.
Σαν το κερί που το ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι
και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,
ο αλκοολικός γιατί τον προσέβαλαν.
Σαν τη ζυγαριά
σε αποβάθρα σταθμού χρόνια καταργημένου
και στα το κλειδί που μήνες το βλέπαμε στην άκρη του δρόμου,
πλην όμως κανείς δεν το έπαιρνε
γιατί κανένας δεν ήξερε,
κανένας δεν ήξερε την πόρτα του.
Γι’ αυτό και έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε.
Διότι το λάδι μπορεί να ήμουν
που γιάτρευε την πληγή σας, αλλά και ο καρπός
που τον πάτησε το ζώο ήμουν, και την τελευταία στιγμή
σωριάστηκαν, τσακίστηκαν όλα στον γκρεμό,
το φορτίο μαζί και το κάρο.
Ο άνεμος ακόμη που έδενε το στάρι σας,
αλλά και αυτός που ρίξατε
όταν κάνατε την πιο μεγάλη στον κόσμο
της ευτυχίας μοιρασιά ήμουν,
δεν είπα τίποτα σε κανένα σας τότε,
πλην όμως αιώνια ορκίστηκα, σαν το κατάλαβα, εκδίκηση
και άκτιστη έμεινε η ψυχή μου σαν ένα σπίτι, μισή έμεινε
και σαν την εκκλησία που τη γκρέμισε ο σεισμός
και στάθηκε το καμπαναριό άθικτο,
η φωλιά του πελαργού στάθηκε,
η φωλιά του πελαργού και η καμπάνα.
Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010
Νύχτα του ασπασμού
στον Γιάννη Βαρβέρη
Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα.
Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη
και δεν μπορώ πια να δακρύσω,
γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο
από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ.
Πήγαινες να φέρεις ένα χαρτάκι
και έτσι όπως έστρεφες τη πλάτη
σε φανταζόμουν σε αποχώρηση.
χαρούμενος ήσουν και εγώ στα μάτια σου έβλεπα
ένα φως πόλεως – να μ’ αποχαιρετά – μακρινής.
σε βόλτα έλειπες, κι εγώ στο σπίτι σαν έφτανα μόνος,
την παντοτινή, την παντοτινή ζούσα την απουσία σου.
Ω νύχτα δύσκολη.
Θύμησες, που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας,
πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια
που άθικτα και ταιριασμένα όπως σας αγοράζαμε
στην ντουλάπα το πρωί θα σας βρω,
φωτογραφίες σε εκδρομές, παλιές,
προορισμένες για πάντα καλά να φυλάτε
μια τόσο χαρωπή απουσία,
ρούχα, παλτό, σακάκια, κασκόλ, ομπρέλες
μιας μόδας άχρηστης, πικρής,
που εντούτοις αποκτήθηκαν κάποτε με αίμα,
γραβάτες, θηλιές χρόνων ταπεινά στολισμένων,
κομοδίνα και καρέκλες στο πατάρι
πτυσσόμενες, αχρησιμοποίητες,
που κατά βάθος ήξερα, ήξερα πολύ καλά τι σας θέλουμε.
Ω νύχτα δύσκολη,
και ω πατέρα, πιστολιά που από παιδί σε περίμενα
και ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες,
ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες χρόνια.
Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

