Κατάκοπος,
κάτω από μια αγέραστη ελιά πέφτει να ξαποστάσει.
Τσίπουρο απ' το παλιό αμπέλι της γιαγιάς να σβήσει η κάψα.
Όνειρο από τον μεγάλο ύπνο της ζωής να πάρει φωτιά το βλέμμα.
Αν ποτέ περάσεις από κει
θα ανταμώσει ξανά το χαμένο του κοπάδι
που μαγεμένο θα σ' έχει πάρει στο κατόπι.
Θα σε κυκλώνουν γάργαρα νερά.
Στο στήθος σου θα βουίζει και θα θεριεύει
το μελίσσι της Άνοιξης με διαθέσεις άγριες.
Τότε και μόνο τότε θα καταλάβει πως, από το πολύ
που σε σκέφτεται, το ανορθόγραφο μυαλό του,
γίνηκε ένα λιβάδι από καλλιγραφικές παπαρούνες
που 'χουν τραβήξει όλο του το αίμα .
Κι απ’ τα πολλά ονόματα που ανέκαθεν σε διεκδικούσαν
δεν θα διαλέξει κανένα.
Θα σε πει, Γαλήνη.
Και μεθυσμένος θα ριχτεί μέσα σου
να γεννηθεί ξανά
νιώθοντας
πως πρέπει ακέραια
να σ' αγαπήσει πάλι απ' την αρχή
με όλα του τα λάθη.
Στέργιος Ντέρτσας
από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019




