Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντέρτσας Στέργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντέρτσας Στέργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Ο αγράμματος βοσκός

 

Κατάκοπος,
κάτω από μια αγέραστη ελιά πέφτει να ξαποστάσει.
Τσίπουρο απ' το παλιό αμπέλι της γιαγιάς να σβήσει η κάψα.
Όνειρο από τον μεγάλο ύπνο της ζωής να πάρει φωτιά το βλέμμα.
Αν ποτέ περάσεις από κει
θα ανταμώσει ξανά το χαμένο του κοπάδι
που μαγεμένο θα σ' έχει πάρει στο κατόπι.
Θα σε κυκλώνουν γάργαρα νερά.
Στο στήθος σου θα βουίζει και θα θεριεύει
το μελίσσι της Άνοιξης με διαθέσεις άγριες.
Τότε και μόνο τότε θα καταλάβει πως, από το πολύ
που σε σκέφτεται, το ανορθόγραφο μυαλό του,
γίνηκε ένα λιβάδι από καλλιγραφικές παπαρούνες
που 'χουν τραβήξει όλο του το αίμα .
Κι απ’ τα πολλά ονόματα που ανέκαθεν σε διεκδικούσαν
δεν θα διαλέξει κανένα.
Θα σε πει, Γαλήνη.
Και μεθυσμένος θα ριχτεί μέσα σου
να γεννηθεί ξανά
νιώθοντας
πως πρέπει ακέραια
να σ' αγαπήσει πάλι απ' την αρχή
με όλα του τα λάθη.


Στέργιος Ντέρτσας

από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019


Αρχάγγελος


 

Μαζευόμασταν όλοι, γέροι και παιδιά,
γύρω απ’ τη φωτιά να πούμε τα όνειρα μας
σαν έμπειροι και ράθυμοι χαρτοπαίχτες που οι αιώνες τους ανήκουν.
Τα λευτερώναμε και το παράξενο πανηγύρι
ζώντων και τεθνεώτων ξεκινούσε.
Γλεντούσαμε, ερωτευόμασταν,
γινόμασταν μια χούφτα ασημένια σκόνη που σκέπαζε όλα τα εγώ.
Μαζί με το σκοτάδι έπεφτε κι ομίχλη.
Ένας αρχέγονος παππούς μέσα από τον Καιάδα
φυσούσε το αρρενωπό κλαρίνο του
και ξύπναγε Ταΰγετους ανομολόγητους στα μεράκια μας.
Όλα γινόταν μουσική.
Μια μουσική που ‘χε στις προσταγές της
τα τάγματα όλων των αγγέλων.
Μια μουσική που μας έστελνε χαρούμενους σ’ έναν άγνωστο πόλεμο
για μια πατρίδα, μια ιδέα, μια αγαπημένη
που ακόμη ήταν θολές μες στο εκστατικό φως
που έριχνε τα ποτάμια του στην καρδιά μας.
Θα ξεκαθάριζαν τα πάντα, σκοποί κι ονόματα,
όταν θα ‘ρχόταν η σειρά των παιδιών μας-
το ξέραμε γιατί ένας πεζικάριος άγγελος
μας το ψιθύριζε συνεχώς στ' αυτί.
Ακούγαμε το ανατρίχιασμα της νύχτας στο δέρμα μας.
Το πονεμένο γέλιο της αντηχούσε στο δικό μας και
μας πολλαπλασίαζε.
Κι ονειρευόμασταν όλοι μαζί, γέροι και παιδιά,
σαν μεγαλώσουμε να γίνουμε οι παθιασμένοι εραστές της μουσικής.
Κι αν δεν θα καταφέρναμε να την παντρευτούμε
να κάναμε παιδιά μαζί της,
τραγούδια που θα θέλανε να γίνουν αγρότες.
Με τους μελωδικούς καρπούς της σοδειάς τους να γιατρεύονταν όλες αρρώστιες.
Οι γιατροί να ζουν και να πλουτίζουν από την ευτυχία του να μην έχει
κανένας την ανάγκη τους-
 

Ω, ναι!
Η μοναξιά μας ήταν τέλεια μέσα σε κείνη ολότητα που νόμιζε
πως ήταν ξέχωρα ο καθείς μας.
Και θελκτική, θα μπορούσε κάλλιστα να πει κάποιος.

 

Στέργιος Ντέρτσας

από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019


Την είδες την Ξανθούλα;

 

Λοιπόν, Διονύσιε Σολωμέ τι είναι πατρίδα;
 

“Πατρίδα είναι το χόρτο, γύρω από τους τάφους των αγαπημένων μας,
το μαλακό, το πράσινο, το ηδύ, το ολόδροσο, το πυκνό,
που δεν υποχωρεί χειμώνα- καλοκαίρι,
το ευγενές,
που άμα καμιά φορά θυμώσει
καταπίνει αυθωρεί
την πιο άγρια ζούγκλα κι όλα τα φίδια της.
Είναι το κλαδάκι το λιανό, το τρεμάμενο, το έτοιμο να σπάσει,
κι εκεί που πάει το χώμα ν’ ακουμπήσει,
πεισμώνει και γίνεται σπαθί,
υψώνεται,
χώνεται στα σπλάχνα των νεφών και τραβάει πάνω του όλο το φως
του κρυμμένου ουρανού.
Είναι οι σιωπές που δεν φορέσαμε στη γύμνια μας
κι οι λέξεις που ακόμη δεν μάθαμε να προφέρουμε
και να γράφουμε σωστά.
Πατρίδα είναι η αποστομωτική απάντηση
στην σκουριασμένη λεπίδα της ερώτησης
που μας περιμένει στη γωνία αιώνες τώρα,
να χύσει τα σπλάχνα μας στα ίδια λερά πεζοδρόμια της ιστορίας
που ξεψυχήσαν σπουργίτια και αητοί,
κυνηγημένοι απ' το μπλαβί κρύο κι απ' την πείνα.
Πατρίδα είναι η Ξανθούλα μες στην μεγάλη αγκαλιά
της μικρής της βάρκας.
Πατρίδα είναι η ξενιτιά της.”


Στέργιος Ντέρτσας

από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019


Α.Ν. (Στην μνήμη του πατέρα μου)

Στο στήθος της μέσα τραγουδάει ένα λησμονημένο αηδόνι που ψάχνει μέσα μου δέντρο ψηλό να χτίσει μια φωλιά. 

Πατέρα άσε μου μόνο ένα καθαρό χαρτί κι ένα μολυβάκι και δεν θα αφήσω καμία ερημιά να σε σκεπάσει πριν φαγωθεί η μύτη του δάσος θα τηνε κάνω και με τα βαθιά νερά του γέλιου σου παντού θα το στολίσω. 

Στο στήθος της μέσα μία φωτιά εναγωνίως με γυρεύει, να γίνει ανάμνηση μου παντοτινή σαν με ξεχάσει. 

Πατέρα άσε μου μόνο το πουκάμισο σου να ντύνω τις Δευτέρες μου όταν κρυώνουν κεντίδια να κάνω πάνω στην πορφύρα του που καίει της μοναξιάς τα άστρα όταν επίθεση μου κάνουν. 

Στο στήθος της μέσα χίλια φλουριά χρυσά απλωμένα του θέρους τα γενναία μου όνειρα το Πορθμείο να διαβούν. 

Πατέρα άσε μου μόνο τον παλιό, καλλιγραφικό σουγιά σου στα κρύα παγκάκια των γκρίζων πάρκων να χαράξω την Αγάπη να δω του απ' τις φλέβες του χειμώνα το αίμα να σταλάζει σ' άσπρες σελίδες που ποθούν στο σώμα τους τ' Ωραίο Ποίημα.  

 

Στέργιος Ντέρτσας 

από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Ευωδία

<

Η κόκκινη μύτη της είναι ένας κομψός υπαινιγμός μέσα στην χονδροειδή αναίδεια του κρύου. Είναι μία ευγένεια παλαιά, ποιητική που μόνον μες τις σελίδες του Παπαδιαμάντη ανεπαισθήτως πάλλει, γεμίζοντας τους διψασμένους οφθαλμούς έαρ γλυκύ και υγρασία σαν νάμα. Ένα πινέλο είναι που βάφει κόκκινες τις νιφάδες των τρομερών χιονιών μου και τον ουρανό μου τον ασύχαστο που απλώνεται αέναα γυρεύοντας πατρίδα. Είναι μια ηλιαχτίδα ήλιου ανατέλλοντος που ολοπόρφυρα βάφει τα βουνά όπου ο ασκητικός μου βίος κι η ανθηρή μου μοναξιά λαμβάνουν χώρα. Η κόκκινη μύτη της είναι μια επανάσταση. Λίγο να σηκωθεί ψηλά κι όλες τις κυβερνήσεις γκρεμίζει αυθωρεί. Μέσα στις εφημερίδες, όλες τις λέξεις σβήνει ∙ αφήνοντας μονάχα της τη λέξη πανικός να σιγοφέγγει ωσάν λαμπάκι της νυχτός- κι έτσι ο εγγενής μου πανικός μου για πάντα χάνεται. Από την κόκκινη μύτη αυτή, είμαι Θεέ μου πλέον τόσο σίγουρος, θα ξεκινήσουν κάποτε πυρωμένα τα τρένα της παιδικής μου φαντασίας -που τόσες φορές οι δάνειοι φόβοι τους είχαν ακυρώσει το ταξίδι- να διασχίσουν τοπία παγωμένα των "δεν πρέπει" και των "μη" . Η κόκκινη μύτη της είναι η νύμφη Καλλιστώ που ο κάποιος άγνωστος Δίας εντός μου μεταμόρφωσε σε Άρκτο να φέγγει τις νύχτες τον δρόμο μου για το κρυφό σχολειό, εκεί που θα μάθω κάποτε να γράφω την λέξη ΑΓΑΠΗ όπως πρέπει. Η κόκκινη μύτη της είναι ένας φάρος, οι μαρμαρυγές του υπογραμμίζουν συνεχώς την όμορφη, μεθυστική θάλασσα που είναι. Ε, ναι λοιπόν δεν θα το κρύψω: στην κόκκινη μύτη της οφείλεται που κάποιες ο κόσμος μου τόσο γλυκά μυρίζει. Λίγο να σηκωθεί ψηλά κι ανακαλύπτω έκθαμβος, μες στους βυθούς της νύχτας, ροδώνες που ανέκαθεν πότιζα νυχθημερόν μα, δεν τους είχα δει ποτέ μου. 

 

Στέργιος Ντέρτσας 

από τη συλλογή Μικρός αλχημιστής, 2019