Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβεριάδης Θέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβεριάδης Θέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Δίκορφο
Με το ποίημα αυτό ολοκληρώνεται το αφιέρωμα στον Θέμη Λιβεριάδη. Πιστεύω ότι έχετε επισημάνει τα κυρίαρχα στοιχεία στην ποίησή του, στοιχεία μιας γενιάς που ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις, όπως λένε, και σταδιακά κατέληξε, αποστερημένη από όνειρα και απογυμνωμένη από ψευδαισθήσεις, σε ένα ωμό, κυνικό έως σπαρακτικό ρεαλισμό. Έκλεισε ένας κύκλος, ανοίγει ένας καινούριος.
Με βρίσκουνε παντού
Μέσα στον ύπνο
Ακόμα κι όταν με ξεπλένει το νερό
Παραβιάζουν τάχα συναδερφικά
Πόρτες και αριθμούς
Πιο πεινασμένοι απ’ το δικό μου το μυαλό
Προχθές εισέβαλε ο Λάζαρος
Σαβανωμένος σε ψευδαισθήσεις
Με πέτυχε γυμνό και ιδρωμένο
Κι όλο ’ρωτούσε επίμονα και δύσπιστα
Για τα χαμένα ένσημα
Για την αντίσταση
Και για την προδοσία
Αποζητάω τους δικούς μου
Μια θέση μες στο καταφύγιο
Όπως παλιά που πέφτανε οβίδες
Φτιάχνω και τη βαλίτσα μου
Για το βουνό ψηλά
Στα 1453
Δροσιά μέσα στον Μάιο
Εγγεγραμμένοι 29
Αυτοί ’ναι όλοι κι όλοι
Γέροι και έτοιμοι
Δεν ψηφίζουν
Δεν κάνουν δήλωση
Δεν οδηγούνε πια.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση,
Ο θάνατος του ζώου Ι, 1958 - 1988, 1989
Με βρίσκουνε παντού
Μέσα στον ύπνο
Ακόμα κι όταν με ξεπλένει το νερό
Παραβιάζουν τάχα συναδερφικά
Πόρτες και αριθμούς
Πιο πεινασμένοι απ’ το δικό μου το μυαλό
Προχθές εισέβαλε ο Λάζαρος
Σαβανωμένος σε ψευδαισθήσεις
Με πέτυχε γυμνό και ιδρωμένο
Κι όλο ’ρωτούσε επίμονα και δύσπιστα
Για τα χαμένα ένσημα
Για την αντίσταση
Και για την προδοσία
Αποζητάω τους δικούς μου
Μια θέση μες στο καταφύγιο
Όπως παλιά που πέφτανε οβίδες
Φτιάχνω και τη βαλίτσα μου
Για το βουνό ψηλά
Στα 1453
Δροσιά μέσα στον Μάιο
Εγγεγραμμένοι 29
Αυτοί ’ναι όλοι κι όλοι
Γέροι και έτοιμοι
Δεν ψηφίζουν
Δεν κάνουν δήλωση
Δεν οδηγούνε πια.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση,
Ο θάνατος του ζώου Ι, 1958 - 1988, 1989
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009
Διαπίστωση
Δεν κυνηγάς
Στέγνωσαν τα ρουθούνια σου
Κλαις που
Δεν μπορείς πια να δαγκώσεις
Ούτε ουρά έχεις
Πρέπει να δεχθώ
Πως έγινες άνθρωπος.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συλλογή Η κηδεία του εγώ, 2005
Στέγνωσαν τα ρουθούνια σου
Κλαις που
Δεν μπορείς πια να δαγκώσεις
Ούτε ουρά έχεις
Πρέπει να δεχθώ
Πως έγινες άνθρωπος.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συλλογή Η κηδεία του εγώ, 2005
Τον τελευταίο καιρό
Τον τελευταίο καιρό
έβλεπα μέσα τους
ο τελευταίος καιρός
γεμάτος φωνές
σφιξίματα χεριών
σα ν' άρχιζε ή
σα να τελείωνε κάτι
κι εγώ διαφανής
τώρα
που τελειώνει ο τελευταίος καιρός
σκέπτομαι πως έζησα
καλύτερα από ένα σκύλο
και περισσότερο
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου Ι, 1958-1988, 1989
έβλεπα μέσα τους
ο τελευταίος καιρός
γεμάτος φωνές
σφιξίματα χεριών
σα ν' άρχιζε ή
σα να τελείωνε κάτι
κι εγώ διαφανής
τώρα
που τελειώνει ο τελευταίος καιρός
σκέπτομαι πως έζησα
καλύτερα από ένα σκύλο
και περισσότερο
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου Ι, 1958-1988, 1989
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009
Ο κρότος
Tαυτότητα
Διάπορος

Μνήμη του φίλου Çan Yücel
Όλο και πιο αργά το πλοίο
Σχίζει τούτη τη θάλασσα
Πηχτή σα γάζα στην πληγή
Η Πόλη γύρω μας
Ανάβει κιλοβάτ για μια ακόμα Νύχτα
Σπαραχτικά μας οδηγούνε ξένοι πλοηγοί
Να βγούμε έξω απ’ τα στενά
Πατέρα φύγε απ’ τη γέφυρα
Γκρίζα ομίχλη ’τύλιξε το Γαλατά
Έλα κοντά μου και
Να σκέπτεσαι ευχάριστα
Το ’Ξάστερο το Σκούτερη
Και ’μένα στους ανθισμένους κήπους
Με το ποδήλατο που μ’ έδωσε η Ζωή
Δες με ισορροπώ ακόμα και τα καταφέρνω
Μας φωτογράφιζαν – θυμάσαι
Κρύβοντας από τότε το κεφάλι τους
Μέσα στις μαύρες τις κουκούλες
Εσένα στα ντουζένια σου
Κι εμένα το ζουζούνι σου
Κατρακυλάμε στεφανωμένοι χαμομήλια
Ματωμένες παπαρούνες
29 του Μάη στα 3541
Γλάροι πετούνε πιο χαμηλά
Από τους φόβους μου
Ας κατεβούμε τώρα
Δε θέλω όταν κλαίμε
Να μας βλέπει ο Τούρκος.
Με το World Renaissance στα κύματα της Μαύρης Θάλασσας,
Νοέμβρης 1994
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου ΙΙ, 1989 - 1996, 1997
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
Υπνοθεραπεία
Μια ηλεκτρική ιστορία
Το ποίημα αρχίζει φθινόπωρο πενήντα επτά
Το δικό μου ορίζοντα στα τέσσερα τον δέσανε
Από καρπούς και αστραγάλους να μη διασταλεί
Λάστιχο σφήνωσαν γλυφό στα δόντια
Δρόσισαν δεξιά αριστερά τους κρόταφους
Να ακουμπήσουνε συμμετρικά τα χέρια του θεού
Μπλούζα πιο άσπρη απ’ τους τοίχους
Εγύρισε τον διακόπτη στο φορείο τ’ Ουρανού
Και πλάγιασα την αστρική στιγμή
Χρόνια μετά έπαιζα μόνος στον εγκέφαλο
Delete...Escape immediately
Ψαλίδισαν της Μάνας την ταυτότητα
Στο φως συμπεριφέρεται σα φίδι που κρυώνει
Και στο σκοτάδι πια ουρλιάζει και βογκάει
Κανονικά σαν τετράποδο θηλαστικό
Να πω τούτο ακόμα
Τα τελευταία χρόνια γδύνονταν μόνο στο γιατρό
Ο νεκρός μούσκεψε στον ιδρώτα
Λάστιχο σκέφθηκε για να σωθεί η γλώσσα
Και η δροσιά στους κρόταφους για να υπάρχει μνήμη
Μούδιασε τόσα χρόνια
Τρέχοντας μόνο μέσα στ’ όνειρο
Εκείνη με το νυφικό έσκυψε βιαστικά
Να του σκουπίσει το δάκρυ της ψυχής
Προσεκτικά μη της χυθεί το ρίγος απ’ τα μάτια
Πάρτε τουλάχιστο
Από το στόμα τον καθρέφτη
Και εξηγείστε επιτέλους
Τι σημαίνει εκείνο το
Ενδοξωτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου ΙΙ, 1989 - 1996, 1997
Το ποίημα αρχίζει φθινόπωρο πενήντα επτά
Το δικό μου ορίζοντα στα τέσσερα τον δέσανε
Από καρπούς και αστραγάλους να μη διασταλεί
Λάστιχο σφήνωσαν γλυφό στα δόντια
Δρόσισαν δεξιά αριστερά τους κρόταφους
Να ακουμπήσουνε συμμετρικά τα χέρια του θεού
Μπλούζα πιο άσπρη απ’ τους τοίχους
Εγύρισε τον διακόπτη στο φορείο τ’ Ουρανού
Και πλάγιασα την αστρική στιγμή
Χρόνια μετά έπαιζα μόνος στον εγκέφαλο
Delete...Escape immediately
Ψαλίδισαν της Μάνας την ταυτότητα
Στο φως συμπεριφέρεται σα φίδι που κρυώνει
Και στο σκοτάδι πια ουρλιάζει και βογκάει
Κανονικά σαν τετράποδο θηλαστικό
Να πω τούτο ακόμα
Τα τελευταία χρόνια γδύνονταν μόνο στο γιατρό
Ο νεκρός μούσκεψε στον ιδρώτα
Λάστιχο σκέφθηκε για να σωθεί η γλώσσα
Και η δροσιά στους κρόταφους για να υπάρχει μνήμη
Μούδιασε τόσα χρόνια
Τρέχοντας μόνο μέσα στ’ όνειρο
Εκείνη με το νυφικό έσκυψε βιαστικά
Να του σκουπίσει το δάκρυ της ψυχής
Προσεκτικά μη της χυθεί το ρίγος απ’ τα μάτια
Πάρτε τουλάχιστο
Από το στόμα τον καθρέφτη
Και εξηγείστε επιτέλους
Τι σημαίνει εκείνο το
Ενδοξωτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου ΙΙ, 1989 - 1996, 1997
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
H σχετικότητα της θεωρίας

Όταν σβήνουν τα φώτα
Βγαίνουν οι κατσαρίδες
Οι περισσότερες απέκτησαν φτερά
Μπορούν να φτερουγίσουν όπως ο φόβος
Ωστόσο σπάνια πετούνε μα προτιμούν να σέρνονται
Σε περίπτωση ολοκληρωτικής καταστροφής
Αυτές θ’ αποδειχθούνε πιο ανθεκτικές
Έχουν τις περισσότερες πιθανότητες
Για επιβίωση ή μετάλλαξη
Σε βόθρους πάντα και υπονόμους
Κι όμως είναι πολύ ευάλωτες
Μπορείς να τις συνθλίψεις με το πέλμα σου
Εάν υπερνικήσεις αναστολές και σιχαμάρα
Για ’κείνο το λυτρωτικό το κρατς
Ο σκύλος παρατηρεί επίμονα
Με το σαγόνι κολλημένο στο δάπεδο
Τα καστανά τα μάτια του
Ίδια απόχρωση με τη δική τους πανοπλία
Τα στρέφει ερωτηματικά σε ’μένα
Αν θέλω να σταματήσει
Τη βιαστική και διαγώνια πορεία τους
Αυτήν που τόλμησαν απόψε ως εδώ
Στο χώρο το δικό μας – τάχα
Αυτόν που συνηθίσαμε κι αποκαλούμε living room
Τρέμω στη σκέψη κάποτε
Αυτές μονάχα θα περιδιαβάζουν τα γραπτά μας
Σκέπτομαι και το θάνατο
Που κατά κάποιο τρόπο είναι θέμα όγκου
Μια μαζική υπόθεση.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συλλογή Η κηδεία του εγώ, 2005
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009
O θάνατος του ζώου

Μέχρις εδώ την έβγαλα
Σαν άλογο κούρσας
Κράτησα με τα δόντια
Τη φόρμα όπως αυτοί την εννοούν
Δεν έτρεχα όμως πάντα
Ίσως δε χρησιμοποιήθηκα όπως θα ’πρεπε
Ένιωθα τη φροντίδα
Η τροφή ήτανε ζυγισμένη
Αυτοί που με καβάλησαν
Χωρίς ιδιαίτερο βάρος
Τα άλλα ζώα
Έδειχναν κατανόηση
Άλλοτε φθόνο
Δε θα ’λεγα αγάπη
Ώσπου ήρθε το παϊτόνι
Ένας σταβλίτης με έσυρε παράμερα
Και με πετάλωσε
Κάρφωσε δηλαδή τα πόδια μου
Κι αυτό δεν έδινε πια πόνο
Στην πόρτα όμως
Διέκρινα το σχήμα του Πατέρα
Με οίκτο τελετουργικό
Γέμιζε το περίστροφο.
Θέμης Λιβεριάδης
από την συγκεντρωτική έκδοση
Ο θάνατος του ζώου Ι, 1958 - 1988, 1989
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Το ξημέρωμα
Αρχίζει απόψε το αφιέρωμα στον ποιητή Θέμη Λιβεριάδη. Πιστεύω ότι οι αναγνώστες του ιστολογίου θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα την καθαρά προσωπική φωνή του.

Μου το ’λεγαν και δεν το πίστευα ώσπου το είδα με τα μάτια μου. Λίγο πριν ξημερώσει, ενώ ακόμα είναι βαθύ σκοτάδι, στρίβουν πρώτα από την ’πάνω πόλη στην οδό του Αγίου Δημητρίου. Πιάνουν σχεδόν όλο το πλάτος του δρόμου. Συνήθως τα συνοδεύει κι ένα μεγάλο σκυλί. Όταν τα πρωτοβλέπεις να πλημμυρίζουν το κατάστρωμα του δρόμου και τα πεζοδρόμια δεν πιστεύεις τα μάτια σου : τόσα ζωντανά μες στην καρδιά της νεκρής πόλης. Ένα άσπρο ποτάμι που προχωράει καταπάνω σου.
Ήτανε πρώτη φορά και ’ξαφνιασμένος κυκλώθηκα. Περνούσαν πλάι μου με τη ζέστα τους και τη βαριά την μυρωδιά τους. Όταν βρέθηκα στην μέση διέκρινα απ’ έξω το σκυλί. Με είχε πια καταλάβει για καλά. Μύριζε μανιασμένο το φόβο μου και προσπαθούσε, καθώς σηκώνονταν στα πίσω πόδια, να με διακρίνει ανάμεσα στα πρόβατα.
Παρακαλούσα να μην τέλειωνε αυτό το προχώρημα. Η βρώμα τους ήτανε πια δική μου βρώμα. Με προστάτευε και την ήθελα. Και η προβιά τους τόσο ζεστή μες στο κρύο ξημέρωμα.
Το ήξερα πως κάποτε θα γίνονταν κι αυτό. Το μαύρο σκυλί με περιμένει να βγω απ’ το σωρό. Έχει σουβλερά δόντια και δυνατά πόδια. Θα ’μαι πολύ τυχερός αν δεν με ξεσχίσει ολότελα. Ξέρω πως δε θα το παλέψω. Έχει το δίκιο όλο δικό του κι αυτό το κάνει δυνατότερο.
Όσα μένουν πια από ’δω και ’μπρος είναι μια ’ξευτελιστική διαδικασία.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συλλογή Σημειώσεις για την Ιφιγένεια, 1980

Μου το ’λεγαν και δεν το πίστευα ώσπου το είδα με τα μάτια μου. Λίγο πριν ξημερώσει, ενώ ακόμα είναι βαθύ σκοτάδι, στρίβουν πρώτα από την ’πάνω πόλη στην οδό του Αγίου Δημητρίου. Πιάνουν σχεδόν όλο το πλάτος του δρόμου. Συνήθως τα συνοδεύει κι ένα μεγάλο σκυλί. Όταν τα πρωτοβλέπεις να πλημμυρίζουν το κατάστρωμα του δρόμου και τα πεζοδρόμια δεν πιστεύεις τα μάτια σου : τόσα ζωντανά μες στην καρδιά της νεκρής πόλης. Ένα άσπρο ποτάμι που προχωράει καταπάνω σου.
Ήτανε πρώτη φορά και ’ξαφνιασμένος κυκλώθηκα. Περνούσαν πλάι μου με τη ζέστα τους και τη βαριά την μυρωδιά τους. Όταν βρέθηκα στην μέση διέκρινα απ’ έξω το σκυλί. Με είχε πια καταλάβει για καλά. Μύριζε μανιασμένο το φόβο μου και προσπαθούσε, καθώς σηκώνονταν στα πίσω πόδια, να με διακρίνει ανάμεσα στα πρόβατα.
Παρακαλούσα να μην τέλειωνε αυτό το προχώρημα. Η βρώμα τους ήτανε πια δική μου βρώμα. Με προστάτευε και την ήθελα. Και η προβιά τους τόσο ζεστή μες στο κρύο ξημέρωμα.
Το ήξερα πως κάποτε θα γίνονταν κι αυτό. Το μαύρο σκυλί με περιμένει να βγω απ’ το σωρό. Έχει σουβλερά δόντια και δυνατά πόδια. Θα ’μαι πολύ τυχερός αν δεν με ξεσχίσει ολότελα. Ξέρω πως δε θα το παλέψω. Έχει το δίκιο όλο δικό του κι αυτό το κάνει δυνατότερο.
Όσα μένουν πια από ’δω και ’μπρος είναι μια ’ξευτελιστική διαδικασία.
Θέμης Λιβεριάδης
από τη συλλογή Σημειώσεις για την Ιφιγένεια, 1980
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

