Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητριάδου Διώνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητριάδου Διώνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

Ωμοφαγία εαυτού

Αγρίεψε το ποίημα/ σκλήρυνε η όψη του πολυ΄/ δεν την αντέχει τη γραφή/ πολλές γωνίες κοφτερές/ αίμα θα βτει απ'τα σπλάχνα του/ ζεστός πυρήνας/ πώς να μιλήσει/ με άσπρα λόγια/ σαν ξεχειλιζει μέσα του/ μαύρο το σκοτεινό/ προφητική φωνή/ όλων των εκδιωχθεντων/ από τους παραδείσιους τόπους/ βράχος ριγμένος μες στη θάλασσα/ στο κύμα δεν φιλιώνει/ μόνο ακονίζει νύχτια δόντια/ και αρχινά την πιο τρομακτική/ του εαυτού μωμοφαγία/ <i>Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Μηχανισμός ονείρων

Τη μέρα κλειδώνω τα θηρία/ στην ντουλάπα/ κάνω πως δεν ακούω τα γρυλλίσματα/ σχεδόν τα ξεχνώ/ κάοπτε ησυχάζουν. βάζουνε κάτω σχέδια/ μηχανεόνται αποδράσεις// Δεν ξέρω πώς/ αλλά τη νύχτα δραπετεύουν/ ξεχύνονται στα όνειρα/ τι μεταλλάξεις των προσώπων/ τι χρονικά μπερδέματα/ μια απόλυτη αναστάτωση// Πάνω που καταφέρνω/ κάπως να συμφιλιωθώ/ μ' αυτή την άλλη/ διαταξη των πραγμάτων/ ξημερώνει/ και τότε πρέπει/ να κλείσω την άγρια φύση μου/ διπλά μανταλωμένη/ στην ντουλάπα// Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Του Λύκου πέρασμα πέμπτο

Απόψε φτάσαν ως εδώ φαντάσματα λύκων πιο παλαιών και από μένα, νόμιζα δεν θα τους ξανάβλεπα, ήρθαν μέσα από τα χαλάσματα ετούτου του σπιτιού, ωχροί στην όψη και θανατεροί, δική μου όμως φύτρα και γενιά κι αρχίσανε το παραμύθι το αρχαίο να μου λεν,σαν τότε που μικρό παιδί στη σκοτεινή σπηλιά μας δράκους ανθρώπους φανταζόμουν κι έκλαιγα μη με κατασπαράξουν στην άγρια άγνοια τους, κι ήταν η όμορφη ιστορία βάλσαμο και ύπνος ερχόταν και μ' έπαιρνε στης μάνας μου την αγκαλιά - ο Μόγλης μου ..... μονολογούσε ο Λύκος κι έγειρε να κοιμηθεί τον ύπνο τον μοναχικό κι ατελείωτο της νύχτας των ανθρώπων. Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Άτροπος

Βουβή σιωπή η μνήμη των ανθρώπων/ σαν πετονιά που ρίχνεται σ' ένα βαθύ πηγάδι/ ν' αγκιστρωθούν ν' ανέβουν οι ψυχές// Βουβή κραυγή το μνήμα των ανθρώπων/ σημάδι ανελέητο/ κενός σταυρός// Σήμα βουβό/ άδειο τοπίο/ κι ένας εδώ να ιστορεί/ τη μοίρα των ανθρώπων// Καημός βαθύς ο κόσμος/ κι ο ουρανός ένα κενό// Στου πηγαδιού το φρύδι/ ετούτος ο χορός καλά καρατεί/ καθώς μετρώντας τα πατήματα/ λαθεύει ο πρώτος/ χάνεται/ κι οι άλλοι πίσω ακολουθούν// Λόγια που σκόρπισαν/ στο γύρισμα της τύχης/ αδράχτι,μοίρα και Άτροπος/ χωρίς ελπίδα πια καμιά/ ν' αγγίξει η οδύνη τους/ του ποιήματος τη χάρη.// Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Άρρητα του φωτός

Χθες ονειρεύτηκα τον ποιητή/ δεν έβλεπε/ μόνο μιλούσε/ τον κοίταξα/ -τυφλός κι ανέστιος-/ δεν είδε πως ικετεύα/ κάτι απ' τη μικρή του στέγη/ τρίτη νυχτερινή η ώρα/ κι αργούσε πολυ να ξημερώσει/ καπνός να γίνει/ να χαθεί/ άλλο μη με κολάζει/ η αμαρτία του/ Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Του Λύκου πέρασμα πρώτο

Σούρουπο ήταν όταν μπήκε ο λύκος στην πόλη./ Λίγο φοβισμένος σιγοπατούσε κι όλο κοίταζε/ γύρω του. Ανθρώπων καταλύματα είναι αυτά,/ σκεφτόταν. Τα γκρίζα μάτια του δεν είχαν/ ξαναδεί τίποτα πιο άγριο./ Εδώ λοιπόν είναι ο τόπος/ είπε σχεδόν ψιθυριστά/ να μην ακούσει ούτε ο ίδιος τη φωνή του./ Διώνη Δημητριάδου από τη συλλογή Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, 2021

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Άτιτλο (με μαλακό μολύβι ...)

με μαλακό μολύβι 
να γλιστράει στο χαρτί
γράφονται ποιήματα αγάπης

το άλλο το σκληρό του έρωτα
ζητάει κοφτερή ακίδα
βίαια να πέφτει 
να χαράζει τις σελίδες

κι όταν κουρέλι γίνει το χαρτί
να γράφει πάνω σου
κατάσαρκα

ποιος είπε ότι αστειεύεται ο έρωτας;
μα ούτε και η ποίηση άλλωστε


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019

Άτιτλο (μιλώ γι' αυτους που από κοινού ...)

μιλώ γι' αυτούς που από κοινού 
μετάλαβαν τον χρόνο
τους γεννημένους λίγο πριν λίγο μετά
ή και ταυτόχρονα ακόμα

αυτούς που άνοιξαν
στα πράσινα τα σχολικά  θρανία
τα ίδια αναγνώσματα
και παίξανε στις ίδιες τις αυλές
σε κτήρια ετοιμόρροπα

αυτούς που άκουσαν πρώτη φορά
τραγούδια από πειρατικούς σταθμούς
και αδειάσανε κυνηγημένοι
το αίμα τους στους δρόμους
για κάποιο σύνθημα φρικτά καταργημένο

κάποιους που αράξανε ανένταχτοι 
κι άλλους που μέσα σε εκούσιες φυλακές
ποδοπατήθηκαν με τίποτα δεν αρνήθηκαν

που είδαν απρόσμενα τον ίδιο κόσμο
ν' αλλάζει τα παλιά πουκάμισα 
που κάνανε παιδιά που δεν τους μοιάζουν
και άλλους που δεν γεννήσανε συνέχειες

μιλώ γι' αυτούς που γράφουνε 
το ξόρκι του καιρού
μιλώ γι'  αυτούς που το διαβάζουνε
σαν να κοιτάζουνε παλιές φωτογραφίες


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019

Άτιτλο (η μόνη αληθινή πατρίδα ...)

η μόνη αληθινή πατρίδα
χωρίς πατριδοκάπηλους
ανούσιους ψεύτες
θαλαμηπόλους υπηρέτες
μιας παραφουσκωμένης εκδοχής
χωρίς καδραρισμένους ήρωες
κοντυλοφόρους πληρωμένους
να γράψουν τα υπερφίαλα
μιας καταδικασμένης ιστορίας

μια μοναχή πατρίδα 
να επιστρέφουμε σ' αυτήν 
συνειδητά επαναπατριζόμενοι


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019


Άτιτλο (μια διονυσιακή μανία ιερή ...)

μια διονυσιακή μανία ιερή
θαρρείς φυσά καμιά φορά στην ποίηση
και τότε ο λόγος συναντά τις ξέπλεκες μαινάδες
που τρελαμένες ψάχνουνε
ποια θα ξεσκίσει πρώτη τον άμοιρο θνητό
για να το κλάψει ύστερα πικρά μετανιωμένη 
για το φθαρτό του σώματος 
απ' την απάτη του θεού ξεγελασμένη

κι η ποίηση έτσι


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019


Άτιτλο («φωτιά!» είπε κάποιος ...)

«φωτιά!» είπε κάποιος
και δεν ένιωσε πως όλο αυτό το φως
έσερνε πίσω του βαρύ σκοπό ανατολίτικο
σε σώμα λικνιζόμενο αργά
σαν κόκκινος κυματισμός μιας φλόγας
που πυρπολούσε τη στιγμή

έπειτα όλο αυτό εσίγησε 
και κόπασε ο ρυθμός

μόνο το σώμα
(από συνήθεια παλιά)
κράταγε ακόμη μιαν αναλαμπή
γύρω από ανύπαρκτη φωτιά


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019

Άτιτλο (στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου ...)

                πρέπει να λογαριάσουμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο 
                                                                   Albert Camus

στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου
και μετρώ αυτό το μάταιο
του Σίσυφου πανάρχαιο ταξίδι
ως την κορφή και πάλι πίσω 
και αυθαιρέτως εκτιμώ 
πώς δίκιο είχε ο παλιός Εφέσιος
που ίδιο τον έβλεπε τον δρόμο πάνω ή κάτω

έτσι κι ο Σίσυφος της κάθε εποχής
σαν λίγο ατενίσει προς τα πάνω
όλα τα θέλει κι όλα τα ελπίζει
δεν ξέρω αν τότε είναι ευτυχής
ίσως ορθότερο να πω φέρελπις πως νιώθει

μα όταν συλλογιέται πάλι ξανά
το ανέβασμα στην κορυφή
καθώς κατηφορίζει αυτόν τον ίδιο δρόμο
για το παρά τη λογική  επαναλαμβανόμενο
   εγχείρημα
μάλλον θα νιώθει ευτυχής

σε τούτο το ατέλειωτο παιχνίδι 
ανάμεσα στον πόθο για ερμηνεία 
και στην παράλογη σιωπή'
ο Σίσυφος περιγελά την τάξη αυτού του κόσμου
με μιαν απλή εξίσωση
«οδός άνω κάτω μία και ωυτή»*

* Ηράκλειτος.Περί Φύσεως, fragmentum B 60 Diels - Kranz


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος, 2019


Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Τα Βότσαλα

Μάζευε από κάθε ακρογιαλιά τα πιο λεία βότσαλα.
Πρόσεχε να μην έχουν πουθενά ακμή προεξοχή κάποιο ψεγάδι. 
Μετά τα έβαζε σε μια προθήκη. 

Κάθε φορά που ένιωθε να ξεχειλίζουν μέσα του τα αναπάντητα έπιανε ένα
- το καλύτερο όπως του φάνταζε -
και άγγιζε με τα δάχτυλα του τη σοφή στιλπνότητα της φύσης. 

Στίλβεται ο άνθρωπος, έλεγε, λειαίνεται.Αρκεί να αντέξει την υδάτινη ορμή και τη ρουτίνα της επανάληψης σε κάθε κύμα που αργά και σταθερά ξέρει πως θα τον νικήσει. 


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017

Λέξεις Απόκρημνες

Κάποτε οι λέξεις σε βαστούν
μην και παρασυρθείς ξεφεύγοντας
στην άκρη εκεί του δρόμου
και κατακρημνιστείς.
Πάντοτε λέξη απατηλή και άυλη
αλλά καθησυχαστική πολύ
και θαλπωρή γεμάτη.

Μα είναι κι άλλες που - ατίθασες αυτές -
όλο και σε τραβούν
στο χάος να κοιτάξεις. 
Ίσως: ετούτη η λέξη φτιαγμένη από κίνδυνο.
Μονάχη της μπορεί στα ύψη να σε φέρει
σαν απορία παιδική για κάθε βεβαιότητα.
Κι από την άλλη στέκεται σαν θεατής βουβός
καθώς βουλιάζουνε συθέμελα τα σταθερά σου κτίσματα. 

Λέξεις απόκρημνες. 
Αυτές να προτιμάς.Έτσι να γράφεις. 


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017

Ένα παιδί

Στην άκρη αφήνει
για λίγο το παιχνίδι του
όσο κρατάει το βλέμμα επιείκειας
που ρίχνω προς τα πίσω.
Κι ενώ θαρρώ πως όλα αλλάζουν
ανακαλύπτω ίχνη
σκληρά σαν πέτρα
στον χρόνο σκάβοντας
βαθιά. 

Μου ρίχνει μια ματιά
και λέω πώς γίνεται; 
Νόμιζα πως κοιμόσουν 
στο παραμύθι σου
εκεί αποξεχασμένο.
Κανείς δεν σκέφτηκε να σε ξυπνήσει.
Εγώ με τα ίδια μου τα χέρια
σε σκέπασα καλά
με ωριμότητα κι ευθύνη
σκληρά αποκτημένα και τα δύο. 

Ένα παιδί σαστίζει ακόμα μέσα μου
κάθε που φτάνει στο παράθυρο 
και ψάχνει κάτι γνώριμο
μα όλα γύρω ξένα. 

Ένα παιδί ξυπνά κάθε φορά
που εγώ σαστίζω
πόσο παιδί ακόμα κουβαλά
ο ώριμος εαυτός μου.

Ένα παιδί 
άγρυπνο 
παραμονεύει
καιροφυλακτεί.
Και ελέγχει.


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017

Πώς γράφονται

Όσο βαθαίνει η απόγνωση
τόσο τα μέγιστα η ποίηση επινοεί. 
Ψάχνει και ανασύρει 
τις πιο κρυφές πτυχές απελπισίας,
εκεί που σταματάει ο νους
και παραλύει η υπομονή. 
Οδυνηρή η παραίτηση. 
Μα ο στίχος επιμένει
και σαν το βρει το νήμα
αιχμαλωτίζει τη στιγμή
αφήνοντας να λιώσει στο χαρτί
κάθε υποψία δραπέτευσης.
Αρχή δημιουργίας. 

Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017

Χάρτινα

Έφτιαχνε κάτι μικρά καράβια από χαρτί. 
Τα τσάκιζε με τέχνη στις γωνίες
αλλού στρογγύλευε να δείχνει σαν καρίνα. 
Στο τέλος έγραφε με μαύρα γράμματα
στο πλάι τους ένα όνομα.
Το ίδιο πάντα.
Γυρισμός.
Λίγο μετά σαν τ' άφηνε να τρέξουν στο νερό
λυπόταν που δεν πήγαιναν μακριά
μα κάπως γέρνοντας αφήνονταν να λιώσουν
απ' τη διαβρωτική συνήθεια
που συναντά κάθε πλεούμενο
σαν θέλει να νικήσει απόσταση και χρόνο
διαγράφοντας κάθε πανάρχαιο νόμο
χωρίς εφόδια και ψυχή
δίχως θεό ή δαίμονα κανένα.
Ύστερα πάλι απ' την αρχή
κάποιο καινούργιο χάρτινο σκαρί έριχνε στο νερό
βαφτίζοντας το νέο του εγχείρημα
πρωτόγνωρη εμπειρία.
Κι ας ήξερε πως γυρισμοί
ποτέ πια δεν προβλέπονται
μήτε σε θάλασσα 
μήτε σε γη.
Από χαρτί φτιαγμένα 
τα ανθρώπινα όλα. 

Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017


Οι Ομοτράπεζοι

Σας έχω στο μυαλό μου
εδώ γύρω καθισμένους.
Κάποιον που ακούμπησε το πόδι 
στην πλαϊνή καρέκλα
τα σύννεφα αργοπίνοντας. 
Τον άλλο που σηκώθηκε 
κι έφερε δυο στροφές
κλειστά έχοντας τα μάτια
ακούγοντας 
τον άηχο μέσα του ρυθμό 
κουβέντες βυθισμένες 
σε χρόνους παλαιούς.

Σας έχω όλους 
φυλαγμένους.
Και σας που αναχωρήσατε
αόρατες σκιές ακολουθώντας. 
Ακουμπισμένα ακόμη
πρόσωπα και χέρια 
στους τοίχους
γράφοντας ονόματα
εις μνήμην ες αεί. 

Η θύμηση έχει σώμα
βλέμμα σκληρό
ατσάλινο
δεν σπάει σε κομμάτια.
Σταγόνα τη σταγόνα
τραβάει ζωή
από παλίό λησμονημένο
ομφάλιο λώρο μυστικό. 
Αργά είναι πια
για καίριες επεμβάσεις.
Σε στεγανά δωμάτια
χωρίς μια πόρτα διαφυγής
διαλύει κομμάτι το κομμάτι
το συντριμμένο σώμα. 

Αναζητώντας 
τη μόνη σταθερά
κάθομαι στο τραπέζι 
δίπλα σας.
Παρόντες όλοι
σε απουσία δεδομένη.


Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017


Οι Χτίστες

Τα σπίτια γέρνουν και γερνούν
καθώς απ' τις κρυφές ρωγμές τους
ο χρόνος με το σκληρό του βλέμμα
αποσαθρώνει τα υλικά.
Κι ας ψάχνεις με φτηνές επισκευές
να εξευμενίσεις τον κακό καιρό.
Ξεθεμελιώνονται παλιά δοκάρια
που συγκρατούσαν τον ειρμό
από χαμένες μνήμες.
Από τους τοίχους που ξεφτίσανε
κάποιες φωτογραφίες κατακρημνίζονται
και όπως σπάει το γυαλί
πέφτουν τα πρόσωπα στο πάτωμα.
Αν κάνεις να τα συμμαζέψεις
ακούς τον ψίθυρο.
Τα σπίτια μυρηκάζουν τις ίδιες πάντα λέξεις
με μια σοφία που έγραψε στα σωθικά τους ο καιρός.
Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να θεμελιώσει πιο βαθιά
απ' όσο η γη αντέχει
μα πάντα ρίχνει τα στηρίγματα και αρματώνει σιδεριές
στα πιο σαθρά του κόσμου εδάφη.
Μάταιος ο χτίστης μ' όλη του την τέχνη.

Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017


Όσο πιο απλά

Σε παραμυθι μέσα να ξυπνούσε
πόσο θα ήθελε
κι ας γνώριζε πως λίγο θα κρατήσει
και ν' άνοιγε μια νύχτα Χριστουγέννων το παράθυρο
να δει τα ανεξήγητα ερμηνευμένα όλα
με λόγια απλά με εικόνες ταπεινές
κι ας ήταν λέει να κράταγε στο χέρι του
ετούτη τη μικρή κατάλευκη νιφάδα
να δει τα σχέδια του αρχιμάστορα
λίγο πριν λιώσει υγρή στο χώμα.
Στο ξύπνημα της μέρας έπειτα
με αφέλεια να περιγελούσε
την πίστη του στα παιδικά μυθεύματα.

Διώνη Δημητριάδου
από τη συλλογή Λέξεις Απόκρημνες, 2017