Σκαρφαλώνει σαν αγριοκάτσικο στο μαυρισμένο τοπίο,
Φοράει σορτ, αμάνικο μπλουζάκι κι αθλητικό παπούτσι,
έχει γυμνασμένα πόδια,
ανοίγει διασκελισμό και προχωράει.
Πλησιάζει κιόλας στο σημείο Γ.
Είναι και νέα και καμένη
- η ονομασία του νησιού με τους κρατήρες
της έρχεται γάντι -,
ηλιοψημένη για την ακρίβεια,
ένα ροδοκόκκινο μπουρέκι
- μάλλον σκανδιναβικής προέλευσης -
που βάλθηκε να κατακτήσει πρώτη, σήμερα,
την κορυφή του ηφαιστείου.
Ξοπίσω της, το παλεύω, αγκομαχώντας,
να πλησιάσω στο σημείο Β.
Λειψές αντοχές, εφιδρώσεις,
κρίσεις πανικού, ανεβασμένα τριγλυκερίδια.
Δεν είμαι ούτε νέος ούτε καμένος από τον ήλιο
(ίσως από άλλους λόγους,
που δεν είναι του παρόντος να αναφέρω).
Ύστερα από λίγο σηκώνω το κεφάλι
και τη βλέπω στην κορυφή του ηφαιστείου,
στο σημείο Ε,
να φωτογραφίζεται θριαμβευτικά με τις φίλες της.
Εγώ, αποκαμωμένος,
έχω καθίσει σ' ένα κιόσκι για λίγες ανάσες,
πίνοντας νερό από το μπουκαλάκι μου.
Πύρινη λάβα έμοιαζε, έτοιμη να ξεχειλίσει το νησί
και να το κάψει γι' ακόμα μία φορά.
Κι εγώ, αποκαϊδι, μαύρη πέτρα,
παραιτημένη από τα χρόνια,
σαν κι αυτές που, καμιά φορά,
μαζεύουν οι τουρίστες από κάτω
και - βιαστικά και ένοχα -
τις χώνουν στο σακίδιό τους,
για αναμνηστικό.
Παναγιώτης Γούτας
από τη συλλογή Ντόρτια, 2012