Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούρος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούρος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Η Εύα και οι παρεκκλίσεις















Προχωρημένος Οκτώβρης,
αλλά,
κοντομάνικα, μπλουζάκια, τιραντούλες,
ξώπλατα, μίνι, πέδιλα και σαντάλια σε γυμνά
πόδια ξεχύθηκαν στους δρόμους της
ηλιόλουστης πόλης να χαιρετίσουν την
αιφνίδια, πλην όμως ευπρόσδεκτη,
επίσκεψη της άνοιξης καταμεσής του
φθινοπώρου, έστω και για μια μέρα.
Διερωτώμαι αν,
χωρίς τη γυναικεία υπογράμμιση,
θα 'χε προσέξει κανείς αυτή την
ασυνήθιστη μετεωρολογική παρέκκλιση.

Γιάννης Βούρος
από το βιβλίο ποίησης και πεζογραφίας
Ταξιδιωτικός οδηγός, 2013

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Εκ βαθέων

















painting: Jose Ventura, Voyage


Σαν το κόκκινο μήλο στη ροζιασμένη παλάμη
Σαν το δειλό άγγιγμα των χεριών στο σκοτάδι
Σαν το μπλε του κοβαλτίου όταν ακουμπά απαλά
            πάνω στην ούλτρα μαρίνα
            πέρα στην άκρη του ορίζοντα
Σαν το τρυφερό σου γρατζούνισμα
στην ιδρωμένη μου πλάτη
Σαν την ανατριχίλα που μας διαπερνά
στο άκουσμα της φυσαρμόνικας του Ντύλαν
Σαν την ανοιχτοπράσινη μυτίτσα που ξεπρόβαλε
μόλις χτες στην κορυφή του φίκου στο σαλόνι
Σαν την αδιόρατη μυρωδιά της άνοιξης
στη μέση του καταχείμωνου
(που μόνο οι αδιόρθωτα ρομαντικοί
και σισιόδοξοι καταλαβαίνουν)
Σαν την αδρή γεύση του δυνατού καφέ
Σαν την τέλεια αρμονική ακαταστασία που μόνο
            η Νέλλη μπορεί να επιβάλει
            στο αθώο της πέρασμα
Σαν το τσιγάρο που καίει τα χείλη
μετά από την πάλη σώμα με σώμα
Σαν εκείνο το κρύο ξημέρωμα τουη Νοέμβρη
           που το κροτάλισμα των κλείστρων
           των λοκατζήδων
           μου 'βρεξε το βρακί
Σ' αγαπώ

Γιάννης Βούρος
από το βιβλίο ποίησης και πεζογραφίας
Ταξιδιωτικός οδηγός, 2013

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Διασχίζοντας μια ακόμη φορά την τρικυμισμένη διαδρομή της επιθυμίας

Νύχτα
με
ουρανίσκο στεγνό
κι απέναντι στην ένοχη σιωπή
εγώ να ρουφάω το ιδρωμένο
βογκητό σου

Νύχτα
με
βρεγμένο λαχάνιασμα
και τα μαλλιά σου
ανοιγμένα πανιά
στο κατάρτι μου.

Γιάννης Βούρος
από τη συλλογή Στο περιθώριο, 2011

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Επιτύμβιο

Φοράω τα καλά γαμπριάτικα παπούτσια σου
κρυφά μη με δεις.
Τρυπώνω στο μάλλινο ριγέ κουστούμι σου,
που μυρίζει ακόμη λίγο ναφθαλίνη.
Δοκιμάζω το πάνω της πιτζάμας σου,
εκείνο που φορούσες την τελευταία μέρα,
τότε που έπεσες μπροστά στο σπίτι,
βαριά λαβωμένος στο στήθος,
λίγες μέρες πριν από την ονομαστική σου
γιορτή.
Ξύνω τα δάχτυλα του ποδιού σου με λύσσα
μέχρι να ματώσουν, όπως τα έξυνες εσύ,
όταν σε έπιανε η καταραμένη η φαγούρα
απ' τα παλιά κρυοπαγήματα
στα βουνά της Αλβανίας.
Απολαμβάνω, σχεδόν ηδονικά,
το πρώτο μου παγωτό ξυλάκι
ανεβασμένος στους ώμους σου,
για να βλέπω καλύτερα
την παρέλαση της 25ης Μαρτίου
(ενώ τα άλλα παιδάκια χειροκροτούν
και κουνούν γαλανόλευκες χάρτινες σημαιούλες).
Κλαίω μαζί σου από συγκίνηση
στο άκουσμα της αγαπημένης σου μουσικής,
στη θύμηση μιας, και όχι μοναδικής,
παλιάς σου αγαπημένης.
Βάζω τις φωνές κάθε φορά που θυμώνω
(όπως έκανες εσύ),
για να το μετανιώσω αμέσως μετά
(όπως έκανες εσύ).
Πίνω από το δικό σου ποτήρι
κρασί που πάντα έπινες, μετά το φαγητό,
με ένα κομμάτι μήλο βουτηγμένο μέσα.
Βάζω λίγο αφρό ξυρίσματος στη μύτη του γιου μου,
όπως έκανες κι εσύ σε μένα όσο ήμουν μικρός,
όταν ξυριζόσουν.
Φιλώ το χέρι σου από ευγνωμοσύνη,
γιατί μου 'μαθες, χωρίς εσύ να το ξέρεις,
ν' αγαπώ τα τραγούδια, τα χρώματα, τα ταξίδια,
το άρωμα της γαρδένιας.

Μακάρι να φύγω κι εγώ όπως και συ,
αθόρυβα, γαλήνια, ανώδυνα,
και προπάντων
πλημμυρισμένος από το αίσθημα της πληρότητας.
Πατέρα.

Γιάννης Βούρος
από τη συλλογή Στο περιθώριο, 2011

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Παλιές αγάπες

Μίλα μου
για τις παλιές αγάπες.
Έτσι
νιώθω σα να σε γνώριζα,
σα να σε ποθούσα,
σα να σε ζήλευα χρόνια τώρα.
Αυτή η αδιάκριτη διείσδυση
στο άδυτο του προσωπικού σου ημερολογίου
με κάνει να αισθάνομαι
ΕΝΑ
μαζί σου.

Μίλα μου
για τους παλιούς έρωτες,
τους μεγάλους αλλά και τους εφήμερους,
τα ειδύλλια αλλά και τα φλογερά πάθη.
Η θέα της γυμνής σου ψυχής
μπρος στα μάτια μου
φουντώνει όλο και πιο πολύ
την επιθυμία μου για σένα.

Μίλα μου
για τους παλιούς εραστές.
Αυτή μου η περιπλάνηση και εξερεύνηση
των πιο απρόσιτων μυστικών
της ψυχής σου
μου είναι πιο ενδιαφέρουσα
και από την εξερεύνηση
των πιο απρόσιτων μυστικών
του κορμιού σου.

Γιάννης Βούρος
από τη συλλογή Στο περιθώριο, 2011

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Προσμένω

(Έργο Ντίνου Παπασπύρου)

Από τις τέσσερις εποχές
Πιο πολύ αγαπώ
Το καλοκαίρι,
Το φθινόπωρο
Και
Το χειμώνα.

Είναι που ανυπόμονα
Προσμένω να ‘ρθει
Η ΑΝΟΙΞΗ.

Γιάννης Βούρος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρέμβαση,

τεύχ. 62 - 63, Άνοιξη 1993

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Μάθημα savoir vivre

Και τώρα φίλοι μου,
λίγο πριν το τέλος της λαμπρής γιορτής
θα σας πω,
μάλλον θα σας πω και θα σας παίξω
ένα δικό μου τραγουδάκι.
Εκ των προτέρων θέλω να ζητήσω (ως ένα βαθμό βέβαια)
την επιείκεια και την ανοχή σας,
γιατί ούτε καλή φωνή έχω,
μήτε κανένα μουσικό όργανο παίζω.
Αντλώ όμως αυτό μου το θράσος
από την διάθεσή μου
όχι να τέρψω ή να χαϊδέψω τα αυτιά σας
(με τούτο το άτεχνο μα πύρινο και αιχμηρό μου πόνημα)
αλλά
να σας γρατζουνίσω, να σας ερεθίσω, να σας ματώσω.
Αυτή μου η πρόκληση,
εύχομαι να είναι ένας τρόπος εθισμού
στο να αντιδράτε (ακόμα και βίαια)
σε κάθε τι που σας προσβάλλει, σας υποτιμά,
σας θίγει, σας ξευτελίζει.

Γιάννης Βούρος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρέμβαση,

τεύχ. 144, καλοκαίρι 2008

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Οι γυναίκες της Ανατολής

(Έργο Ντίνου Παπασπύρου)

Οι γυναίκες της Ανατολής, με σπίτια είναι όμοιες.
Σπίτια χωρίς παράθυρα, χωρίς μπαλκόνια στο δρόμο.
Σπίτια που συναντάς στους δρόμους τους παλιούς
της Δαμασκού και της Βαγδάτης,
του Χαλεπιού και του Ισπαχάν,
της Μοσούλης αλλά και της Κομοτηνής.
Σπίτια στα οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Πίσω όμως από τους τυφλούς, αυστηρούς, και ψηλούς τοίχους
ερμητικά κλειστούς στα αδιάκριτα βλέμματα των ξένων,
ανοιχτά παράθυρα, μπαλκόνια και χαγιάτια βλέπουν
σε αυλές εσωτερικές, κήπους και αίθρια,
φτιάχνοντας αυτήν την ξεχωριστής ομορφιάς
ζεστή και οικεία ανατολίτικη ατμόσφαιρα.

Γιαυτό και δεν παραξενεύομαι όταν
τις βλέπω, φορώντας

τις μακριές μαύρες κελεμπίες και τα τσαντόρ,
τις μαντίλες και τις μπούργκες,
να συνωστίζονται σε μαγαζιά με εσώρουχα γυναικεία
(και υπάρχουν πάμπολλα στα μέρη αυτά, τόσα
που δεν συναντάς σε καμιά πόλη της Δύσης),
και να αγοράζουν την ιδιαίτερα φανταχτερή,
τολμηρή και αισθησιακή τους πραμάτεια.

Κρατούν αυτή τη μοναδική ίσως πολυτέλεια και χαρά,
όμοια με ‘κείνη που προσφέρει το εσωτερικό του κήπου,
για τον έναν και μοναδικό εκλεκτό της καρδιάς τους.

Γιάννης Βούρος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρέμβαση,

τεύχ. 152, Άνοιξη 2010,