Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009
Εντύπωση
Αχ ναι! πετούσαν έρημα των πουλιών τα σμήνη
κι όταν αποχάθηκαν
η καθαρότητα τ' ουρανού δεν κηλιδώθηκε
από ίχνη.
Να παγιδεύεις το αόρατο στην ορατότητα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ερυθρογράφος, 1988
κι όταν αποχάθηκαν
η καθαρότητα τ' ουρανού δεν κηλιδώθηκε
από ίχνη.
Να παγιδεύεις το αόρατο στην ορατότητα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ερυθρογράφος, 1988
Σκύλος
Πολλές φορές μια σχέση αιωρείται σύγκορμη
με ζώα με ανθρώπους και με δέντρα.
Τι είναι ζώο άνθρωπος ή δέντρο δεν το μάθαμε,
όμως κρούει την όραση ο θηλυκός θάνατος
του σκύλου
με σπαραγμό που δεν προέρχεται από νοητή
παρουσία.
Φαίνεται πως ένα λάγνο μυστήριο συνέχει
σάρκα με σάρκα
ιδίως όταν ο σκύλος δεχότανε τα χέρια μας
βουλιαγμένα στο αθωότερο τρίχωμα.
Λέγοντας - εξοφλούμε τις αισθήσεις ή
προδίδουμε μονάχα;
Κανείς δεν ξέρει, ευτυχία να μην ξέρει.
Κ' έτσι διαρκούμε ανίδεοι δρέποντας
όνειρα
και συνοψίζουμε τον έρωτα με μια χειρονομία
σε λατρεμένου ζώου τη μουσούδα ή σε κορμό
του δέντρου που αγαπήσαμε.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ερυθρογράφος, 1988
με ζώα με ανθρώπους και με δέντρα.
Τι είναι ζώο άνθρωπος ή δέντρο δεν το μάθαμε,
όμως κρούει την όραση ο θηλυκός θάνατος
του σκύλου
με σπαραγμό που δεν προέρχεται από νοητή
παρουσία.
Φαίνεται πως ένα λάγνο μυστήριο συνέχει
σάρκα με σάρκα
ιδίως όταν ο σκύλος δεχότανε τα χέρια μας
βουλιαγμένα στο αθωότερο τρίχωμα.
Λέγοντας - εξοφλούμε τις αισθήσεις ή
προδίδουμε μονάχα;
Κανείς δεν ξέρει, ευτυχία να μην ξέρει.
Κ' έτσι διαρκούμε ανίδεοι δρέποντας
όνειρα
και συνοψίζουμε τον έρωτα με μια χειρονομία
σε λατρεμένου ζώου τη μουσούδα ή σε κορμό
του δέντρου που αγαπήσαμε.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ερυθρογράφος, 1988
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Non multa sed multum (κατάσταση και ανύψωση του Καβάφη)
Κανένας παλαιότερος τόσο σημερινός στη ρωμιοσύνη,
τη γλώσσα τη χειραγώγησε στην ύπνωση
της ακέραιης φλόγας οπού μάταια
σηκώνει των σκοταδιώνε τα καπάκια,
τη γλώσσα του την πήρε δώθε-κείθε και την έκανε
μια σύριγγα για ενδοφλέβιο τραγούδι
καταναλίσκοντας αργά τους δύσκολους
ενιαυτούς των ελληνίδων λέξεων
αποστηθίζοντας ολάκερο το θάνατο
σε δέκα-δεκαπέντε στίχους
μ' εκείνη τη μαβιά φωτιά στα μάτια του Φερνάζη
με εκλεκτή συγκίνηση με ιδεώδη λάθη
με χάρισμα χαρούμενο στα ερειπωμένα βάθη.
Τι είναι όμως που κομίζει τα ποιήματα
τι είναι που με δαύτα επωάζει την άβυσσο;
Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας
τι είναι - λέγε μου εσύ - τα θάλλοντα ποιήματα;
Μην είναι τα ασημοφώτιστα οστά της Ειμαρμένης;
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Αναμνηστική λήθη, 1982
τη γλώσσα τη χειραγώγησε στην ύπνωση
της ακέραιης φλόγας οπού μάταια
σηκώνει των σκοταδιώνε τα καπάκια,
τη γλώσσα του την πήρε δώθε-κείθε και την έκανε
μια σύριγγα για ενδοφλέβιο τραγούδι
καταναλίσκοντας αργά τους δύσκολους
ενιαυτούς των ελληνίδων λέξεων
αποστηθίζοντας ολάκερο το θάνατο
σε δέκα-δεκαπέντε στίχους
μ' εκείνη τη μαβιά φωτιά στα μάτια του Φερνάζη
με εκλεκτή συγκίνηση με ιδεώδη λάθη
με χάρισμα χαρούμενο στα ερειπωμένα βάθη.
Τι είναι όμως που κομίζει τα ποιήματα
τι είναι που με δαύτα επωάζει την άβυσσο;
Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας
τι είναι - λέγε μου εσύ - τα θάλλοντα ποιήματα;
Μην είναι τα ασημοφώτιστα οστά της Ειμαρμένης;
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Αναμνηστική λήθη, 1982
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Ο δεύτερος θάνατος
Homo erectus απόμακρη αφετηρία της Ιλιάδας
δεν ήταν καλύτερα να ρεμβάζεις με τα τέσσερα;
Δε σου 'φτανε το αηδόνι να εκκλησιάζεται
στους αφροδίσιους κλάδους των δέντρων;
Τι διάολο την ήθελες την έκλυτη Ωδή του ποιητή
στα σωθικά του τα πικρά και αιμοτοτσακισμένα;
Τώρα τη χάνεις δυο φορές την ομορφιά
σ' ένα φριχτό ξερίζωμα ουρλιάζοντας ζωή και τέχνη.
Αχ μάνα μου τι κατρακύλισμα στο μεγαλείο ...
Θα 'τανε η άγρια στύση στοχάζομαι
που σου 'δωσε ω homo erectus την αίσθηση
να σηκωθείς ολόρθιος σ' αυτό τον κόσμο.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Αναμνηστική λήθη, 1982
δεν ήταν καλύτερα να ρεμβάζεις με τα τέσσερα;
Δε σου 'φτανε το αηδόνι να εκκλησιάζεται
στους αφροδίσιους κλάδους των δέντρων;
Τι διάολο την ήθελες την έκλυτη Ωδή του ποιητή
στα σωθικά του τα πικρά και αιμοτοτσακισμένα;
Τώρα τη χάνεις δυο φορές την ομορφιά
σ' ένα φριχτό ξερίζωμα ουρλιάζοντας ζωή και τέχνη.
Αχ μάνα μου τι κατρακύλισμα στο μεγαλείο ...
Θα 'τανε η άγρια στύση στοχάζομαι
που σου 'δωσε ω homo erectus την αίσθηση
να σηκωθείς ολόρθιος σ' αυτό τον κόσμο.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Αναμνηστική λήθη, 1982
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009
Κοντά στον κάθε ήλιο
Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές
που βλέπουμε τις ράχες
που βλέπουμε τις κορφές και λέμε βουνοκύματα
δεν θα καταλαγιάσουμε.
Από αγάπη στο αδέκαστο κενό
από αλλοφροσύνη για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε.
Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές κοιμόμαστε.
Κι όταν καμιά φορά μας τύχει
κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες
να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα
και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα
το αποτέλεσμα τζίφος.
Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι
κι έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα.
Πιστεύουμε σ’ ένα εκατομμύριο γητειές
αφιερωνόμαστε στους ίσκιους.
Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε
κυριεύοντας τις λέξεις.
Τι κουφή ρουλέτα.
Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό
Σα να ‘τανε παιχνίδι.
Τι είναι ρίγος;
Άντε να το πεις με λέξεις …
Ωστόσο πρέπει να προσγειωθεί κανείς
στη μεγαλόπρεπη κοινοτοπία του αέρα
να γίνει σαν την επανάληψη του χόρτου
κάτι σαν τα αστάθμητα και έξω κριτικής
δρασκελίσματα του πρώτου τυχόντος γάτου.
Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.
Είμαστε όμως τυχερά απελπισμένοι.
Έχουμε γαλάζιο αντικλείδι.
Έχουμε ξανά την Αττική.
Εκείνος που γράφει ποιήματα
είναι ακριβώς εκείνος
που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Φαρέτριον, 1981
που βλέπουμε τις ράχες
που βλέπουμε τις κορφές και λέμε βουνοκύματα
δεν θα καταλαγιάσουμε.
Από αγάπη στο αδέκαστο κενό
από αλλοφροσύνη για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε.
Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές κοιμόμαστε.
Κι όταν καμιά φορά μας τύχει
κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες
να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα
και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα
το αποτέλεσμα τζίφος.
Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι
κι έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα.
Πιστεύουμε σ’ ένα εκατομμύριο γητειές
αφιερωνόμαστε στους ίσκιους.
Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε
κυριεύοντας τις λέξεις.
Τι κουφή ρουλέτα.
Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό
Σα να ‘τανε παιχνίδι.
Τι είναι ρίγος;
Άντε να το πεις με λέξεις …
Ωστόσο πρέπει να προσγειωθεί κανείς
στη μεγαλόπρεπη κοινοτοπία του αέρα
να γίνει σαν την επανάληψη του χόρτου
κάτι σαν τα αστάθμητα και έξω κριτικής
δρασκελίσματα του πρώτου τυχόντος γάτου.
Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.
Είμαστε όμως τυχερά απελπισμένοι.
Έχουμε γαλάζιο αντικλείδι.
Έχουμε ξανά την Αττική.
Εκείνος που γράφει ποιήματα
είναι ακριβώς εκείνος
που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Φαρέτριον, 1981
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009
Αντι-νεφέλωμα
Η σιωπή δεν είναι λευτεριά η σιωπή
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιωπή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται απ’ την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα τη φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες που σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στη εκκλησία για να ψάλλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικών στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ο ζήλος του μη-σχετικού
με παροράματα, 1980
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιωπή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται απ’ την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα τη φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες που σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στη εκκλησία για να ψάλλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικών στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ο ζήλος του μη-σχετικού
με παροράματα, 1980
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009
Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα
Μαύρη εκδίκηση …(κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση
της ομιλίας, 1979
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση
της ομιλίας, 1979
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
Διερώτηση για μην κάθομαι άεργος
Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν' ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επιδέσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση
της ομιλίας, 1979
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν' ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επιδέσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση
της ομιλίας, 1979
Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του το ύψος
αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες
αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια
την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας
ο ανοξείδωτος.
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν' αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Χορταριασμένα χάσματα, 1974
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του το ύψος
αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες
αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια
την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας
ο ανοξείδωτος.
Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν' αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Χορταριασμένα χάσματα, 1974
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009
Ορυκτός ουρανός
Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος. Με τρομάζει.
Τι ωραίο θα ‘τανε
με μια ένεση
να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
η επόμενη χιλιετία!
Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της
όταν τ’ ανέβεις
χαλιέται
πέφτει.
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.
Γεννιόμαστε και πρέπει να κουβαλήσουμε
βαρύ κιβώτιο
τις ασπάραχτες εικόνες των πραγμάτων.
Η Άνοιξη – μάλιστα! – είναι λύση.
Χωρίς τη γνώση των φωτιάς ωραιότερα καιγόμαστε.
Σωριάζεται ο πάταγος κι απομακρύνετ’ η βροντή
αργά σαν τίγρη κουρασμένη.
Τα νεύρα ερωτικά θριαμβεύουν.
Το δέντρο γίνεται σαφέστατο.
Σε χαμηλά κελάρια – τα ύψη μας
τα πιθάρια του μέλλοντος.
Ολοένα εξέχουμε στο χρόνο.
Ερειπωμένα κόκαλα π’ αντέχετε στο χάρο!
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Πενθήματα, 1969
Τι ωραίο θα ‘τανε
με μια ένεση
να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
η επόμενη χιλιετία!
Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της
όταν τ’ ανέβεις
χαλιέται
πέφτει.
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.
Γεννιόμαστε και πρέπει να κουβαλήσουμε
βαρύ κιβώτιο
τις ασπάραχτες εικόνες των πραγμάτων.
Η Άνοιξη – μάλιστα! – είναι λύση.
Χωρίς τη γνώση των φωτιάς ωραιότερα καιγόμαστε.
Σωριάζεται ο πάταγος κι απομακρύνετ’ η βροντή
αργά σαν τίγρη κουρασμένη.
Τα νεύρα ερωτικά θριαμβεύουν.
Το δέντρο γίνεται σαφέστατο.
Σε χαμηλά κελάρια – τα ύψη μας
τα πιθάρια του μέλλοντος.
Ολοένα εξέχουμε στο χρόνο.
Ερειπωμένα κόκαλα π’ αντέχετε στο χάρο!
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Πενθήματα, 1969
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009
Γυναίκα, πείσμα της Ασίας
Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κ’ η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μέσ’ στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκότεινα μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του όνειρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Να οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει
τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.
Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο
με πορφυρές ανταύγειες απ’ τα μέλη
ρώτησα μα δεν έμαθα πού βρήκες το σκοτάδι
σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου
μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.
Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα
σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.
Εγώ δεν έζησα κ’ η ομορφιά της Αττικής
είν’ όλο τα ταξίδι μου
Σε τόσους καημούς τραγουδώντας
Δε ξέρω τ’ όπλο της λησμονιάς.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων, 1962
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κ’ η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μέσ’ στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκότεινα μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του όνειρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Να οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει
τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.
Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο
με πορφυρές ανταύγειες απ’ τα μέλη
ρώτησα μα δεν έμαθα πού βρήκες το σκοτάδι
σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου
μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.
Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα
σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.
Εγώ δεν έζησα κ’ η ομορφιά της Αττικής
είν’ όλο τα ταξίδι μου
Σε τόσους καημούς τραγουδώντας
Δε ξέρω τ’ όπλο της λησμονιάς.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων, 1962
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
Ελεύσεις (επιλογή)
αφιερωμένα
Σιγή
Μέτρησα κελαηδήματα πουλιών
απ’ το μεσημέρι φεύγοντας προς τη φύση εαρινός
μεγάλος ο δρόμος που οδηγεί στις αθωότητες.
Ήτανε σα βρυσούλες τα κελαηδήματα
κάθε πουλάκι μια φωνή, κάθε φωνή ένα θαύμα.
Βραδινή μοναξιά
Είμαστε μόνοι γλυκειά γυναίκα
σε πόνο βαθύ ενωμένοι.
Όταν αγγίζω τα χέρια σου
βαμμένα με πρωινό ήλιο
σα να κατεβαίνει ο άγγελος
οπού ονειρευτήκαμε στις σκιές
έχοντας το λαμπερό σπαθί του
τα γαλάζια ποδήματα
και τη μεγάλη πληγή στο στήθος.
Είμαστε μόνοι
στεκόμαστε με δυο φωτιές αντίκρυ στο θάνατο.
Ένα έρημο άνθος
Βαθύτερο απ’ την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μεσ’ στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο έν’ άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σα να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα …
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων, 1962
Μέτρησα κελαηδήματα πουλιών
απ’ το μεσημέρι φεύγοντας προς τη φύση εαρινός
μεγάλος ο δρόμος που οδηγεί στις αθωότητες.
Ήτανε σα βρυσούλες τα κελαηδήματα
κάθε πουλάκι μια φωνή, κάθε φωνή ένα θαύμα.
Βραδινή μοναξιά
Είμαστε μόνοι γλυκειά γυναίκα
σε πόνο βαθύ ενωμένοι.
Όταν αγγίζω τα χέρια σου
βαμμένα με πρωινό ήλιο
σα να κατεβαίνει ο άγγελος
οπού ονειρευτήκαμε στις σκιές
έχοντας το λαμπερό σπαθί του
τα γαλάζια ποδήματα
και τη μεγάλη πληγή στο στήθος.
Είμαστε μόνοι
στεκόμαστε με δυο φωτιές αντίκρυ στο θάνατο.
Ένα έρημο άνθος
Βαθύτερο απ’ την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μεσ’ στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο έν’ άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σα να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα …
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων, 1962
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Τα λυπηρά (επιλογή)
Μικρή Κλίμαξ της Ψυχής και του Θανάτου
Με λίγα ρούχα αιματωμένα βρέθηκε νεκρός
στη θερινή σελήνη και οι φυλλωσιές
του έδιναν τώρα τη δόξα που είναι
πάνω απ’ τις επιθυμίες καιρός
ακίνητος στους ήχους τους καθηγιασμένους.
Είχε μια φοβερή πληγή στην καρδιά του
κι άλλες ακόμη
στη λεκάνη στα χέρια μεσ’ στο σεληνόφως
έβγαινε απ’ όλο το σώμα του η ομορφιά
σμίγοντας με τα χώματα.
Και μια στιγμή ο θεός έστειλε άγγελους γύρω του
άνθη φλογερά, ιμάτια από λευκή σιωπή
της νύχτας η κλίμαξ αυτός
ανέρχεται με λίγα ρούχα αιματωμένα.
Από τον Κήπο μου στ’ Ανάπλι
Χειμωνικά μου χρώματα οι αποθήκες το μικρό τρένο
με ουράνιους καπνούς
χρωματιστά παιδιά κορδέλες
οι έλληνες με βάσανα και δάφνες
και ο θεός μας τόσο πατρικός υάκινθε.
Ανάληψη ζωαρχική
μικρό τρένο με τους ουράνιους καπνούς.
Η Ελένη των Ποιητών
Είναι σκιά
ενός άστρου που φλέγεται
της λεμονιάς το άρωμα Λευκή.
Χρόνια του έαρος
ω χρόνια καπνισμένα κι ο ουρανός αλήτευε στυφός.
Ελευθερώσετε τον ύπνο για την ωραιότητα
στο άλλο βράδυ πάνω σε φύλλα
τα νεκρά μου οστά.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ποιήματα, 1961
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009
Ο Γιάννης μέσα στο έαρ
Τι
ολόμαυρα μαλλιά
που τόσο χύνονταν
στις
πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να ‘μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ’ ένα κάψιμο.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
και το ποτάμι πάει …
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική
ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ποιήματα, 1961
ολόμαυρα μαλλιά
που τόσο χύνονταν
στις
πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να ‘μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ’ ένα κάψιμο.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
και το ποτάμι πάει …
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική
ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ποιήματα, 1961
Η ποίηση
Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.
Ένα πουλί ολάξαφνο
με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα
εισορμά κ’ ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω
και πάντα λέω τι να ‘ναι το ολάξαφνο πουλί
τι πτέρωμα να έχει
πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του …
Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιο
σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες
ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούριο μήνυμα του ήλιου
όπως πάντα.
Όμως
τι να ‘ναι το πουλί που ξαφνικά
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δεν θα μάθω
κ’ ίσως να είναι το πουλί αυτό,
όλο το μυστικό εδώ πέρα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ποιήματα, 1961
σαν πέσει η νύχτα.
Ένα πουλί ολάξαφνο
με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα
εισορμά κ’ ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω
και πάντα λέω τι να ‘ναι το ολάξαφνο πουλί
τι πτέρωμα να έχει
πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του …
Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιο
σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες
ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούριο μήνυμα του ήλιου
όπως πάντα.
Όμως
τι να ‘ναι το πουλί που ξαφνικά
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δεν θα μάθω
κ’ ίσως να είναι το πουλί αυτό,
όλο το μυστικό εδώ πέρα.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Ποιήματα, 1961
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009
Ρομαντικός επίλογος
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα …
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Πενθήματα, 1969
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα …
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.
Νίκος Καρούζος
από τη συλλογή Πενθήματα, 1969
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)