Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mayakovsky Vladimir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mayakovsky Vladimir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαΐου 2018

Η Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης για τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Μετά τη μεγάλη επιτυχία των εκδηλώσεων για τον Γιώργο Θέμελη, τον Ναζίμ Χικμέτ,τη Ζωή Καρέλλη, τον Τ.Σ. Έλιοτ, τον Γ.Θ. Βαφόπουλο, τον Πωλ Ελυάρ και τον Ν.Γ. Πεντζίκη, η Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης παρουσιάζει το έργο του μοναδικού Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι την Παρασκευή, 11.5.2018, στις 8.00 το βράδυ, στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Δημοσθένους, 4 (πλάι στην Πλατεία Αριστοτέλους).
 

Εισηγήτρια η εκπαιδευτικός και ποιήτρια Ξανθίππη Ζαχοπούλου, συντονιστής ο Τόλης Νικηφόρου. 

Θα προβληθεί η ανάγνωση αποσπάσματος από το «Σύννεφο με παντελόνια» στα ρωσσικά και τα ελληνικά , ενώ ποιήματα του Μαγιακόφσκι μεταφρασμένα στα ελληνικά από τον Γιάννη Ρίτσο και άλλους θα διαβάσουν μέλη tης Λέσχης Ανάγνωσης της Ποίησης.
 

Θα ακουθήσει συζήτηση. Η εκδήλωση είναι όπως πάντα ανοιχτή σε όλους τους φίλους της ποίησης.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Σύγνεφο με παντελόνια (αποσπάσματα)

Σήμερα θα θυμηθούμε τα Ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου με τη βοήθεια του Άρη Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Κέδρος, 1966. Όπως λέει ο Ρίτσος στον πρόλογο, ο Μαγιακόφσκι εκφράζει το ιδεώδες της ελευθερίας, το εκφράζει με τη μεγαλύτερη ένταση και τον πιο ελεύθερο τρόπο, με την πιο νέα μορφή, που αντιστοιχεί με θαυμαστή ακρίβεια στην καθολική τάση ελευθερίας των ανθρώπων και στο νέο, επαναστατικό περιεχόμενο της εποχής του.

Δυο σκέψεις μόνο. Ήταν αδύνατον να επιβιώσει ο Μαγιακόφσκι κάτω από τον σταλινικό οδοστρωτήρα. Τα ποιήματά του είναι ιδιαίτερα ζωντανά και επίκαιρα σήμερα, την εποχή των «ξυγκόθρεφτων λακέδων».

Σ' εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω το πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί ! ...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;
Eλάτε να σας δασκαλέψω
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σαν τη μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες
του οδηγού μαγειρικής

Θέλετε -
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
- κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός -
θάμαι η άχραντη ευγένεια
- όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

ΙΙΙ

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε :
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτο μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίζω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σαν σκυλί τον Ναπολέοντα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.