Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύσσας Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύσσας Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία, 2 (αποσπάσματα)

  
                                                            Στο Θωμά Κοροβίνη
    V
Κι αν οι τσακισμένοι γέροι κι αν οι χοντρές γυναίκες
Σερβίρουνε καμιά φορά μεζέδες
Ή πλήρη γεύματα ενίοτε αν σερβίρουν
Δε βλάφτει, καφενεία τούτα παραμένουν πάντα, 
Ακόμα έχουνε κάποια βανίλια έστω
Και κάποιο μπρίκι για καφέ.

   VI
Μ' ανθρώπους αραχτούς, να σπάσουνε το χρόνο
Να συγκροτήσουνε  τη σκέψη τους, να γράψουν
Σε μπλοκ και σε τετράδια, σε λάπτοπ, σε ταμπλέτες
(Στα καφενεία του σήμερα η λογοτεχνία του αύριο)
Με λυπημένους πυυ στέκουνε αναποφάσιστοι,
Φίλους που λύνουν κάποιο θέμα σοβαρό,
Μοναχικούς που ξεφυλλίζουν κυριακάτικες φυλλάδες
Και - καιρός ήτανε - γυναίκες και κορίτσια και μικτές παρέες. 

   XI 
Αίφνης το βράδυ βγαίνουνε και κάτι μπουζουκάκια
Κειμέσα στην κυρίλα του Ψυρή, μέσα στο κρύο
Από 'να καφενείο - τρύπα, ένα τίποτα,
Από μια τόση δα στοά, αντίκρυ στο μαναβικάκι
Κι οι ήχοι τους γαμάνε την κυρίλα του Ψυρή
Ενίοτε κι ένα μπαγλαμαδάκι - εγώ μόνο τραγούδαγα -
Με δυο κιλά και δέκα μπίρες και μια γόπα
Οι ήχοι μας, το ξαναλέω, γαμήσαν την κυρίλα του Ψυρή
Πήγαν να συναντήσουνε το Μήτσο της Ναυάρχου Αποστόλη
Από το μακρινό "78 και ο νοών νοείτω -
(Και ναι, το γράφω και το ξαναγράφω μ' ένα ρο, Ψυρή).


Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες
Ποιήματα 1997-2016, 2016

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία (αποσπάσματα)

                                                            Στο Θωμά Κοροβίνη
     Ι

Ό, τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία:
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα.
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Και ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια σε καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστά μόνο για δαύτες)
Και - σπάνια πια - τ' απολιθώματα:  τζουκμποξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος» πια, παρατημενα. 

   ΙΙ

Δε λέω «καφετέριες», προσοχή, λέω «καφενεία»
Εκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες τους μουσικές
Δε λέω «cafe», τα κομψεπίκομψα φλωράδικα
Μα ούτε και «ρακάδικα» -μη χέσω- δεν αντέχω,
Και ούτε βεβαίως - έσχατη πτώση - τα «ρακομελάδικα»,
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι. 


Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες, 
Ποιήματα 1997 - 2016, 2016

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Κατάσαρκα

                                            Στη Χριστίνα Μαλανδράκη

Ένας φοιτητής, ιμιτασιόν ημιμηχανόβιος, σκάει στο μαγαζί του Μήτσου, κάποτε με το κορίτσι του, και παραδόξως γίνεται αποδεκτός και μόνος και μαζί της στην απόλυτη εκείνη ησυχία των αποφυλακισμένων και καταζητούμενων, στο μαγαζί που 'χε μόνο μπριζόλες και κρασί - άσπρο κρασί, ξερό, και χοιρινές στα κάρβουνα - αυτά τα δύο πράγματα μονάχα, τρίτο δεν υπήρχε, ούτε καν ψωμί. Έβαζες μάλιστα μόνος σου κρασί απ' το ψυγείο, ήταν έναν κοινό ψυγείο σπιτιού, ενώ ο Μήτσος ασχολιότανε με κάρβουνα και κρέας, πάντα με γένι τέσσαρω μερώ σ' εποχή που δεν είχαν εφεύρει ακόμη το τριμάρισμα. Υπήρχε μόνο ένας κανόνας, η ησυχία: όχι τζουκμποξ, όχι πικάπ, όχι κασέτα, ούτε καν ραδιόφωνο, οι άνθρωποι (όλοι άντρες) μιλούσαν μια φορά στο τέταρτο - ή ούτε καν - καπνίζαν τρωγοπίνοντας στη χαύνωση, στις σκέψεις του ο καθένας, και φεύγανε πληρώνοντας στα κουτουρού και στο περίπου. Ο νεαρός κάτι σκάμπαζε, κάτι έπιανε στον αέρα, κια προσαρμόζονταν ανάλογα στην ησυχία. Πήγαινε ύστερα στο «Αττικόν» της Γ' Σεπτεμβρίου, δίδασκε Έκθεση κι Ιστορία, πρώτη του φορά σε τάξη καλοκαίρι είχε 70 μαθητές, κι όταν επιτηρούσε έγραφε ποιήματα για το Μήτσο. Ήμασταν στη δεκαετία του "70 κι ήτανε, ακυρίλευτη μακράν, η φτωχικότατη οδός Ναυάρχου Αποστόλη. 

Δημήτρης Φύσσας 
από τη συλλογή Εμενα μου λες,
Ποιήματα 1997-2016, 2016

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Οδός Ξούθου


Βάζει τα πιο παλιά, τα πιο φθαρμένα του τα ρούχα
(Και πάλι βέβαια ξεχωρίζουνε, πανάκριβα)
Παίρνει το τρένο, κατεβαίνει Ομόνοια.
Ψάχνει Λυκούργου, ψάχνει Κοτοπούλη (πρώη Ίωνος), Αθηνάς
Ψάχνει Μενάνδρου, Σατωβριάνδου και Σωκράτους.
Κάποτε πετυχαίνει τη Μαρκέλλα την πρεζού:
Δεν είναι πλήρως τελειωμένη, κάπως ακόμη περπατάει.

Καθίως κινούνται στον (άγνωστο σας εντελώς) Τέταρτο Κόσμο
Αφήνουν πίσω τους πουτάνες, αφρικανικά εντευκτήρια και σύριγγες,
Πρώην λουτρά, πρώην φαρμακαποθήκες (σκέτες ταμπέλες πια)
Τα μαγαζιά με πιεσόμετρα και ορθοπεδικά, τους γαμηστρώνες
Τα πακιστανικά μανάβικα, τα τηλεφωνάδικα και ψιλικά
Φυσιογνωμίες σκαμμένες, αργόσχολους, ομονοιακούς,
(Κι εσχάτως πρόσφυγες επίσης, με τη σέσουλα -
Τους επιζήσαντες του Αιγαίου και των φραχτών).

Κι εκεί στο στενό ομονοιακό δρομάκι
Στην παραβιασμένη είσοδο του πρώην ξενοδοχείου,
Ο δόκτορας της σκαει πέντε ευρώ. «Πάρ' τα Μαρκέλλα»
(Στάνταρ πριν και μετά την κρίση - πάντα χαρτονόμισμα)
Αύτή πέφτει στα γόνατα, ο δόκτορας τη χύνει
Κι ύστερα τη φωτογραφίζει με το κινητό
Χυμένη μούρη, μάτια, στόμα, μάγουλα.

Μέχρι το άλλο χαρτονόμισμα, την άλλη πρέζα.
Το νέο ξεχαρμάνιασμα της αλλης εβδομάδας.


Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες, 
Ποιήματα 1997-2016, 2016


Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Πρώιμη αυτοβιογραφία


Γύρω μου συνεργεία σκληρής δουλειάς
Υδραυλικά μοτοσικλέτες τζάμια  μάντρες
Πρώην καμίνια κι ανταλλακτικά αυτοκινήτων
Λιοσίων πόρτες τροπέτα τιμόνια και παρμπρίζ
(Ψαχτε μαλάκες τώρα τι 'ναι τα τροπέτα). 

Και ρούχα σέκοντ χαντ μισό, ένα ευρώ
(Σε ποια παζάρια, λαϊκές, πού να σου εξηγώ). 
«Ποτέ δε νοιάστηκα για καλοπέραση και λούσα». 

Έπαιξα μπάλα σε οικόπεδα άχτιστα, στους δρόμους
Δούλεψα σ' εργοστάσιο με σόμπες και καλοριφέρ
Πρόλαβα αυτά που κι αν κοιτάξετε, δε θα τα δείτε
Νερό απ' το πηγάδι, στάμνες, λάμπες πετρελαίου
Γυφτάκια με ξύλα καρότσια σούπερ μάρκετ
Στην παράγκα από τζίγκο, χάρμποτ κι ανάπτυγμα του ντενεκέ
(Του ντενεκέ απ' το λάδι - πού να καταλάβεις
Σου μιλάω για φτωχόσπιτα τα πήρ' ο δρόμος
Το 2004, Κύμης και Λούη Σπύρου, 
Και πού να προσέξεις, μες στα κλέη των πέντε κύκλων). 

Ήμουνα αριστερός σα νέος ευκατάστατος
Μα έφυγα απ' τα κόμματα νωρίς, φτωχότερος απ' ό,τι μπήκα:
Σοφότερο σε κάνουν οι μη βεβαιότητες - 

Η φτώχεια όμως να δεις πόσο σοφότερο σε κάνει. 

- «Ποτέ δε νοιάστηκα για καλοπεραση και λούσα» - Δεν το ποίημα της ίδιας συλλογής «Πατήσια - Νέα Ελβετία. 
- 2004, τα κλέη των πέντε κύκλων, Λούη Σπύρου: το 2004 έγιναν στην Αθήνα Ολυμπιακοί Αγώνες, μ' επίκεντρο το ΟΑΚΑ στην οδό Λούη Σπύρου (sic)


Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες, 
Ποιήματα 1997-2016, 2016

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Οι σκίουροι


«Πρέπει να φανταστείς τον τόπο δίχως Αττική Οδό. 

Υπήρχαν σκίουροι, τους ταϊζαμε, το λέω αλήθεια
Σκίουροι μες στα δέντρα της ΣΕΛΕΤΕ,
Καμιά φορά έρχονταν στα κάγκελα
Δεν ξεθαρρεύαν, τρώγαν μόνο αφού την κοπανάγαμε
Και ξανανέβαιναν στα πεύκα και τα κυπαρίσσια. 

Ήταν κι ένα ταβερνάκι, ένα μονάχα, ταπεινό
Εξοχή, κατσικοπρόβατα, πρόχειρα σπίτια,
Κάτι μίνι μάρκετ της κακιάς ώρας, αυλές με κότες,
Πολλά σκουπίδια κι ένα γήπεδο, ξερό εννοείται
Στους ξεροχείμαρρούς του κάποιοι μάθαιναν οδήγηση
Συν κάτι αταίριαστες κεραίες του ΟΤΕ: 
Ψαλίδι, Δήμος Μαρουσιού. 

Δεν σου μιλαω για τον καιρό του Καποδίστρια
Για τις αρχές του αιώνα σου μιλάω.
(Όχι, φωτογραφίες δεν έχουμε
Ήταν με δίχως κάμερα τότε τα κινητά).

Και τώρα γεια, γυρνάω στην αχλή μου». 

Πόσοι οδηγοί που παν αεροδρόμιο
Πόσα κωλόπαιδα που τρέχουνε στο «Μολ»
Και πόσα βουτυρόπαιδα στους «άγιους» Βαλεντίνους
Θ' ακούσουνε ποτέ γι' άυτούς τους σκίουρους -

                                                    (2008-2016)

Δημήτρης Φύσσας
από τη συλλογή Εμένα μου λες, 
Ποιήματα 1997-2016, 2016