Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκιαθάς Αντώνης Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκιαθάς Αντώνης Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Ωδή στον λεύτερο Δυσσέα

                                                       Ο πάππους Δυσσέας
                                                       στον ήλιο έμοιαζε θεός
                                                       και στο σκοτάδι λύκος
Α' 
Την άνοιξη ανθίζει η Ρούμελη ψυχές,
αλλιώτικες,
που έχουν κοπεί στον κάμπο.

Στη Χαϊνίτσα νίβονται, χρόνους πολλούς,
λευκοντυμένοι οι εκατόν δεκαεπτά
που στάθηκαν στο Χάνι της Γραβιάς
στου Στρατηγού το πλάι. 

Β' 
Το όνομα του έδωσε στου Ιονίου τα νερά
η Μαρουδιά του Ναυάρχου Κοτσώνη,
Δυσσέα τον εδώρισε στους τρούλους
της Ιθάκης. 

Ανδρίτσο λέγαν το δεντρί
Ανδρούτσο το κλωνάρι.

Γ' 
Στον Γούλα το σακάτεψαν 
οι μπίστικοί του Γκούρα
τον ανδρισμό του τσάκισαν μαζί και το 
κορμί του.

Στη Μαύρη Τρύπα άφησε τον Λεωνίδα
στο βυζί,
στον Παρνασσό την Ελενίτσα 
χήρα. 

Δ' 
Όσα καπάκια κι αν έκανε,
λιγότερα στο μέτρημα θα βγουν,
απ' του Κωλέττη και του Γκουβέρνου,
τις πορδές,
που μοίρασαν στους ξένους τις πατρίδες. 

Ε' 
Τα άρματά του τα βαριά
αγόρασαν οι Βαυαροί μαζί και την Ασήμω.
Κτερίσματα των αγωνιστών που χάλασαν κιοτήδες.

Αερικο πια λεύτερο, στης Γκιώνας τις πλαγιές
πιάνει χορό και στου Σκορδά το Χάνι
ξανατραβάει το σπαθί,
γιατί καλαμαράδες βγήκαν στα στενά
και μίκρυνε ο τόπος. 


Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016


Σκέψεις για τις παρουσίες

Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τραίνο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος 
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ' αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες. 

Ασκήσεις νεκρού
λίγο πριν ξημερώσει.
Τι βλάσφημη νύχτα και αυτή. 

Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.

Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες. 


Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016

Η κόκκινη ομπρέλα

                                                                           στην Κ.Τ. 

Κάτι μεταξύ επτά και οκτώ το πρωί. Γενάρης. Τα Χριστούγεννα ακόμα στις πλατείες.Το νερό ξεχασμένο παντού. Η κυρία Ηλέκτρα Στασινού κατέβηκε τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του μαιευτηρίου και έφτασε στο κέντρο της πλατείας κρατώντας μια κόκκινη ομπρέλα, δώρο του κόμητα Καποδίστρια στον παππού της Νικόλα Στασινό των ανακτόρων. 
     Μόνη, τελείως μόνη, να κρατά ανοιχτή τη μεγάλη κόκκινη ομπρέλα. Την πλησιάσαμε με τον τρόπο του ελαφιού που σκύβει να πιει νερό. Χαμηλόφωνα της τραγουδήσαμε, κυρία Ηλέκτρα, δεν βρέχει. Εκείνη δεν μας απάντησε. Με τον ίδιοι ρυθμό επαναλάβαμε, δεν βρέχει, κυρία Ηλέκτρα. 
     Γύρισε και μας κοίταξε με στοργή και με απορία μας είπε. Αυτή η κόκκινη ομπρέλα είναι το μόνο μου στήριγμα. Είναι το μόνο μου στήριγμα αυτή η κόκκινη ομπρέλα. 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016

Με τον τρόπο του ποιητή


Στα όρη του καλοκαιριού
που οι έρωτες τυλίγονται βροχές
και αρώματα κανέλας, 
αρμάτωσα Σπετσιώτικο σκαρί
για πλόες Μεσόγειους
τριγύρω στο κορμί σου. 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογη Ευγενία, 2016

Τίτλοι ιδιοκτησίας

                                                               Στην Ε. Α.  
Στην κατάνυξη των λεμονανθών

 ο ποιητής
μιλώντας για τους καημούς
της τρικυμίας 

μνημονεύει
ότι ο εραστής είναι αμετανόητος
στους χρόνους της μύησης.

Ανακαλύπτει
τα λάθη για τα Χερουβείμ.
Πάντοτε σε επιτύμβια γλώσσα
έτος γέννησης, έτος θανάτου
κι ένα ρητό στις μουσικές
της γνώσης. 
Δωρίζει στη σιωπή
τίτλους ιδιοκτησίας. 

Στα γραπτά λοιπόν
της μεγάλης αλύσου
τπ φως κοινοποιείται
με την επαφή, 
περιγράφει τις σκιές
της λατρείας,
περιγράφει πώς η κτηνωδία
της κατάνυξης
κυριεύει και το μάρμαρο.

Κτήματα απουσίας
σε χρόνους θρυμματισμένους.
Γι' αυτήν λοιπόν, 
της τελευταία απαγγελία
δεν ιστόρησε ποτέ κανένας. 

Καθώς στο σμάλτο αυτών
των επίσκέψεων, 
μόνο τα κυπαρίσια 
αλλάζουν χρώμα
μάλλον και σχήμα
κι ας είναι πάντα ορθά.


Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016

Λαθρεμπόριο ανέμων

                                                                          Στη Ν. Κατ. 

Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες στης σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα. 

Ακούγονται επίμονοι οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν, 
στις αρχές του έτους, 
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού
κι ας είναι 
στη αγορά
η θάλασσα, 
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κυριακής
στην τολμηρή σιωπή 
της ποίησης. 

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χεριοποίητα χαρτιά
να μην τη βρει 

η λήθη
της ανθολογίας 
των συγγενών
που ήξεραν αδέρφια θείους
και ξαδέρφια του
πρόστυχου ανθολόγου.


Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016

Η Μοναξιά του Νικολάου Καρούζου

Ο Νίκος Καρούζος μιλούσε συχνά για τη ζωή όπως άκουγαν τα πουλιά τους ανέμους. 
    Ο Έντγκαρ Ντεγκά μιλούσε πολύ καλά για το σώμα και σίγουρα για την ψυχή των χορευτριών του στη λίμνη των κύκνων. 
    Αφύλαχτη είναι η ψυχή όταν τη βρίσκει ο βοριάς της μοναξιάς,έγραφε κάπου σ' ένα μάρμαρο ο Γιαννούλης Χαλεπάς. 
    Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο, Άθως, δεν πρόκειται να χαθούμε, ανέφερε ο παππούς Οδυσσέας Ανδρούτσος και επανέλαβε με τον τρόπο των Βυζαντινών Ελλήνων ο Νικόλαος Καρούζος. Ήξερα για το πώς και γιατί των ύμνων για τους αγέρηδες των πελάγων των Ελλήνων. 
    Με αυτούς, είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, ας κεντήσουμε και πάλι τις σημαίες των ερώτων μας. 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016

Δραπέτης Χρόνος

Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας. 
Σ΄ ένα μεγάλο μπόγο
όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννουλη Χαλεπά,
με μια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της επανάστασης,
Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας
και 
τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ,
διπλοραμμένες σε μια φόδρα του ταγέρ
της Μαντούς Μαυρογένους.

Έτσι φορτωμένοι, περάσαμε τη Γέφυρα του Ευρίπου,
με χιλιάδες κλουγιά ωδικών
να γεμίζουν
πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου
τραβήξαμε κατά την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων
της πόλεως του Ανακρέοντος.

Τις μέρες των πανηγυρισμών 
του πολιούχου Πέδρο Ανδρέα Βαγέχο.
Πραματευτάδες των εμφυλίων της ψυχής,

με λέξεις, στίχους και σκέψεις, 
ανοίξαμε τις εκκλησιές
και σώσαμε στα μανουάλια φως,

για τις μεγάλες νύχτες
και αυτού του θέρους,

 για τις μεγάλες νύχτες
 και αυτού του αφανισμού.

Των προγόνων.
Των γεννητόρων.
 Των συγγενών. 
Των επιγόνων. 


Αντώνης Δ. Σκιαθάς
από τη συλλογή Ευγενία, 2016