Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θηβαίος Απόστολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θηβαίος Απόστολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Οι αντιλόπες


















painting by Rene Magritte


Στη Χαρά Ναούμ

 Σε όλη την πόλη οι άγριες αντιλόπες αναπηδούν στα χαλάσματα. Οι πρώτοι άνθρωποι των καινούριων καιρών είναι αντιλόπες. Ελαφριές και ανέστιες μίλια μακριά από τις πηγές. Τα απογεύματα ακινητούν στις όχθες του Ιλισσού ποταμού. Με τα σφιχτά τους σώματα, οι αντιλόπες της δεύτερης χιλιετίας δεν τρέμουν πια τους πυροβολισμούς και τα σπασμένα κλαδιά των ιχνηλατών. Περήφανες καλπάζουν στην οδό Πανεπιστημίου, με τα σφιχτά σώματα που προείπαμε, μυρίζοντας τη θάλασσα και τις καταστροφές. Οι αντιλόπες της δεύτερης χιλιετίας έχουν γλαφυρότατα μάτια και διατηρούν στο ακέραιο τη δυναμική των ξαφνικών εκτινάξεων. Αγαπούν πολύ τις βραδινές πεζοπορίες, τους δρυμούς και τους καμπίσιους ορίζοντες. Καμιά φορά, με κραυγές, καθώς Σκύθες  σε ύστατες  μάχες εισβάλλουν στις αυλές και αρπάζουν τα παιδιά μας. Εκείνες, οι αντιλόπες, προετοιμάζουν μεθοδικά και αδιάληπτα τους νεαρούς Κενταύρους που θα εξέλθουν από τα νερά μες σε συμπλέγματα ερωτικά. Καθώς ο Χριστός της αβύσσου και οι ίπποι των πελασγικών ναυαγίων, οι νεαροί Κένταυροι θα παραληρούν εμπρός στις εξωφρενικές χαραυγές.

Απόστολος Θηβαίος
αδημοσίευτο

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Μια αστική ιστορία















  (photo by Gingersnapz)

Ο μακρινός άνθρωπος της πόλης κατοικεί σε ένα σπίτι, μίλια πάνω από τη στέγη του ερειπωμένου στρατοπέδου. Και όταν κανείς μιλά για ερημιά, θα πρέπει να έχει κατά νου τις λησμονημές λάμπες της θυέλλης που σκουριάζουν μες σε αποθήκες με ανυπόφορες υγρασίες και μες στο συρτάρι του επίπλου υφίσταται ολόκληρη η ιστορία μας. Ο μακρινός άνθρωπος έχει κατασκευάσει ένα χρυσό δωμάτιο για τα πουλιά, με ασημένιο πλέγμα, μίλια πάνω από τους δρόμους και τους ωραίους εραστές των μικρών ωρών. Συχνά τα απογεύματα, σχεδόν τακτικά, αφήνει ανοιχτές τις πόρτες των κλωβών, ξεχύνονται αναρίθμητα πουλιά, σχηματίζουν χαρακτήρες και μορφές στο χαμηλό ουρανό, πετούν και έπειτα σκορπούν, αδιαφορώντας για το συριστικό κάλεσμα του μακρινού ανθρώπου. Έπειτα εκείνος θρηνεί,οι ένοικοι των πνιγμένων σπιτιών, όσοι δηλαδή διέσωσαν τις καρδιές τους από τα αποχαυνωτικά φώτα της πόλης, στέκουν πίσω από τις κουρτίνες, τα κλειστά παράθυρα, τους φωταγωγούς, παρακάμπτουν τους ήλιους που πνίγονται χαμηλά στα πόδια τους, οι φοβισμένοι αυτοί έχουν βρώμικους φεγγίτες  και έπειτα, αργά, καθώς το ωραίο παιδί της Κλαυδιόπολης, ακολουθούν το σπαραγμένο δρόμο. Ο μακρινός άνθρωπος κοιμάται ως τους επόμενους αιώνες καλά βαλμένος μες στους κλωβούς και ο φοβερός θόρυβος του πανσέληνου πριονιού που ριγεί τα σώματα και οι έρωτες που πετούν τώρα και λίγοι λίγοι τραβούν κατά την Ελευσίνα. Κανείς δεν θα θυμάται αύριο τον μακρινό άνθρωπο. Εμείς σκαρφαλωμένοι πάνω στις δροσερές γυναίκες μας, κουβεντιάζοντας μπροστά από φωτεινές βιτρίνες, μπαρ, ακολουθώντας με το βλέμμα τη γρήγορη τροχιά των τραμ, τίποτα δεν θα πούμε για τη χαρισμένη ελευθερία των πουλιών, μήτε θα μακαρίσουμε τον μακρινό άνθρωπο για το θάρρος και την ταπεινοφροσύνη του. Εμείς θα εξακολουθήσουμε να εμπορευόμαστε τα θρυλικά μετάλια, τα κεντήματα, τους δακτυλιόλιθους, τις έφηβες κόρες με τα σπασμένα χέρια που τιςς φιλήσαμε μες σε νερά καλοκαιρινά, σε καταβυθίσεις, μες στις εμπύρετες, δειλινές ηδύτητες της πόλεως των Αθηνών.

Απόστολος Θηβαίος
αδημοσίευτο


 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Βραδυνό σιωπητήριο

Προσπάθησα, ειλικρινά κατέβαλα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν. Μελέτησα τους αρχαίους ποιητές, παρατήρησα με προσοχή και ενδιαφέρον τις σημειώσεις των κριτικών, έσκυψα στο μισάνοιχτο παράθυρο ενός ποιήματος και κοίταξα πιο μέσα διατηρώντας τους ορίζοντές μου ασύρματους. Μάταια όμως, δεν κατόρθωσα τίποτα. Έτσι, διατηρώ ακόμα την ειρωνική διάθεση, επιστρατεύω τους καλούς μου τρόπους και συνομιλώ με τα πουλιά τις πρώτες, πρωινές ώρες όταν εσύ αποκτάς όλο και περισσότερους θρόμβους στο πρόσωπό σου, όταν εσύ ετοιμάζεσαι για μια ακόμα κραυγή, όταν ακόμα στέκεις αμίλητη εμπρός στο συντριβάνι με τα βουβά δελφίνια. Όταν εσύ, με ανθρώπινη φωνή, επίκτητη, προσπαθείς να με πείσεις πως εκείνο το τσεκούρι στο προσκέφαλό σου τώρα λείπει και τα χέρια επανήλθαν στην πρωτέρα κατάσταση της αναπηρίας.

Ετούτο το μέρος γίνηκε μια χώρα ξαφνικών φωσφορισμών, αναπάντεχων εκπλήξεων όπως μια ξαφνική σύλληψη ή μια φονική επανάληψη στο χωμάτινο δρόμο. Προσπάθησα, λοιπόν ειλικρινά, κατέβαλα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν. Μα τα πλοία ακόμα μένουν εδώ, αναστατώνοντας την ησυχία των λιμενοσκόπων, δίχως καμιά πρόθεση για την επιστροφή τους στον Άγιο Δομίνικο ή στα άλλα, τα πιο εξωτικά λιμάνια.
Τώρα πια, ενδιαφέρομαι πρωτίστως για πράγματα επιπολής, όπως τα απομεινάρια τόσων σφαγμένων ήλιων, ή τις βαθιές, θολωτές αποθήκες με το γαιώδες χρώμα, πέρα μακριά, στις εγκαταλελειμένες Αλυκές του Αράγια. Τώρα, πράττω εκείνο που γνωρίζω καλύτερα. Επιδίδομαι σε τακτικές εκδίκησης, εξαπολύοντας φόβους, πανικούς και θέλγητρα.

Απόστολος Θηβαίος
αδημοσίευτο

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Καθοδόν προς το γήπεδο

Ήρθε και με πήρε με την παλιά, θορυβώδη μοτοσικλέτα. Χωθήκαμε μες στις λεωφόρους, εγώ τον κρατούσα σφιχτά σαν να επρόκειτο να φύγει, τα πουλιά σκορπούσαν τώρα προς τις αιχμηρές, τις καμένες σκεπές των εργοστασίων. Και εγώ τον κρατούσα σφιχτά, σαν να επρόκειτο να μιμηθεί το γρήγορο ίσκιο τους. Και η μοτοσικλέτα ακολουθούσε μια φρενήρη διαδρομή περνώντας τα κλειστά μαγαζιά, τα σκονισμένα εργοτάξια, τα ζαχαροπλαστεία με τις θολές βιτρίνες. Από το βάθος τώρα ακούγονταν οι ιαχές του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο μες στην αρένα και με βωμολοχίες προσδοκούσε το υψηλό θέαμα. Εγώ τον κρατούσα σφιχτά, σαν τάχα να γνώριζα ένα τρομερό μυστικό για τη λήξη του βίου του. Οι πλάτες του ένας εξάντας να ορίζει το τοπίο, το εύρος της εξάντλησής μου. Λύσσαγαν τα σκυλιά μες στις αυλές και γαντζώνονταν απελπισμένα πάνω στα σύρματα, επιδεικνύοντας τα φοβερά τους δόντια, καθώς εμείς κινούμαστε με τη σταθερή ταχύτητα ενός απογεύματος και εγώ τον κρατούσα σφιχτά και δεν θυμάμαι τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνη την απίστευτη θερμότητα του κορμιού του.

Έπειτα περπατήσαμε βιαστικά ανάμεσα στις καντίνες, τους χρησμικούς καπνούς τους και εισήλθαμε στη θύρα. Καθώς οι αυτοκράτορες προτού αρχίσει το θέαμα και φανούν οι μονομάχοι με τα λαμπερά σώματα, τα μέλη τα ντυμένα με το χαλκό, τον αιματίτη, τα ρωμαϊκά μαλλιά. Μα εγώ, που όλο συλλογιόμουνα πως είναι σπουδαίο να τον κρατώ, τώρα λυπημένος επευφημούσα τους ποδοσφαιριστές καθώς εισέρχονταν στο κατάμεστο γήπεδο. Κανείς δεν ήξερε πως ολάκερη η κερκίδα συνιστούσε ένα έρημο πεδίο βολής. Οι άλλοι ζητωκραύγαζαν παθιασμένα, και εγώ ακόμα τον κρατούσα και σκεφτόμουν με μια ακατανίκητη εμμονή το λεπτό σχέδιο των χειλιών του.

Απόστολος Θηβαίος
αδημοσίευτο

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Πόθος ιερός

Τι ευτυχία ανείπωτη το φιλί σου !
Θάνατος μικρός, μεγαλειώδης η αφή των χειλιών σου.
Αίσθηση ανυπέρβλητη προκαλεί το άγγιγμα των χεριών,
βαθιά στη γούρνα της ζωής.
Σαν θάνατος περήφανου γερανού
που καταρρίπτεται εμπρός στο αδειανό βλέμμα του Θεού
μοιάζει το ακράγγιγμα σου.

Απόστολος Θηβαίος
από τη συλλογή Οδός πόλεως αριθμός 28, 2010

Φορεσιά

Ψιθυρίζει το φθινόπωρο νεκρό στο ρημαγμένο δρόμο.
Σαπίζουν τα φύλλα, σαν γλυκό του βάζου
που μετρά στόματα αδηφάγα
και σοδειές περασμένες, αδιάθετες.
Τι λύπη να νιώθει άραγε
εκείνο το λυγερόκορμο κορίτσι στην πλατεία
με τα αδειανά χέρια και τη δειλή κραυγή που όλο γερνά,
φορώντας την ίδια φθαρμένη άνοιξη.
Ο σκύλος οσμίζεται το κρέας και αλυχτά χαρούμενος
πίσω από τις πυκνές φυλωσιές,
με το φίδι και τη λάσπη να κυλούν στις φλέβες του.
Θολό το τζαμωτό και πάει καιρός
που δεν χωρούν πια εκεί τα ονόματα
και οι δαχτυλικές σου ζωγραφιές.

Απόστολος Θηβαίος
από τη συλλογή Οδός πόλεως αριθμός 28, 2010