Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπραβάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπραβάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Η γεωμετρία του κενού
Ζω μέσα σ’ ένα ποίημα. Στ’ αριστερά μου τα σύμφωνα, στα δεξιά τα φωνήεντα, πιο δώθε τα ουσιαστικά, τα ρήματα και πάνω στο ράφι, αφημένα μερικά αποξηραμένα στιχάκια ενθύμια. Ζω ανάμεσα στα δέντρα, τα φύλλα, στα πουλιά κι ένα στη μέση ανήλιαγο ποτάμι, με τα πετρόψαρα, τις νεροφίδες, την άμμο την ψιλή, μια μυρουδιά αυγουστιάτικου απογεύματος.
Ζω μέσα σ’ ένα ποίημα. Με τα πολλά παράθυρα και τους φεγγίτες του, με εντοιχισμένους τους αρχαίους λεξιπλάστες να μ’ ορμηνεύουν την ώρα που ζυμώνω στη σκάφη μια χούφτα γαλάζιες χάντρες μαζί με φύλλα τρυφερά από πρώιμη άνοιξη και τα πρώτα λόγια από ένα τραγούδι που ετοιμάζεται να σκαρφαλώσει στα χείλη των κοριτσιών. Ζω μέσα σ’ ένα πράσινο ενυδρείο με ίχνη παλιού ναυαγίου, και μια σημαία πειρατική που υψώνω κάθε φορά που οι στίχοι ετοιμάζονται για επίθεση. Πλάι μου πάπυροι, αετώματα κι επιγράμματα, ο πλούτος της αρχαίας σκόνης που επικάθεται στα μάρμαρα, η ιερή γεωμετρία του κενού.
Ζω μέσα σ’ ένα ποίημα. Εδώ βρίσκονται τα ανθρώπινα θαύματα, ο θάνατος κι η γένεση, το τέλος και η αρχή, το μηδέν και το άπειρο, η αριθμητική της ομορφιάς στην αρμονία ενός ιδιωτικού σύμπαντος.
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
Ζω μέσα σ’ ένα ποίημα. Με τα πολλά παράθυρα και τους φεγγίτες του, με εντοιχισμένους τους αρχαίους λεξιπλάστες να μ’ ορμηνεύουν την ώρα που ζυμώνω στη σκάφη μια χούφτα γαλάζιες χάντρες μαζί με φύλλα τρυφερά από πρώιμη άνοιξη και τα πρώτα λόγια από ένα τραγούδι που ετοιμάζεται να σκαρφαλώσει στα χείλη των κοριτσιών. Ζω μέσα σ’ ένα πράσινο ενυδρείο με ίχνη παλιού ναυαγίου, και μια σημαία πειρατική που υψώνω κάθε φορά που οι στίχοι ετοιμάζονται για επίθεση. Πλάι μου πάπυροι, αετώματα κι επιγράμματα, ο πλούτος της αρχαίας σκόνης που επικάθεται στα μάρμαρα, η ιερή γεωμετρία του κενού.
Ζω μέσα σ’ ένα ποίημα. Εδώ βρίσκονται τα ανθρώπινα θαύματα, ο θάνατος κι η γένεση, το τέλος και η αρχή, το μηδέν και το άπειρο, η αριθμητική της ομορφιάς στην αρμονία ενός ιδιωτικού σύμπαντος.
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010
Ροδακινόκηπος

(Έργο Ντίνου Παπασπύρου)
Γράφω απ' ευθείας στο δέρμα του ήλιου
να μη μείνει άκαφτη ούτε μύτη μολυβιού
ούτε μια προσωδία
απ' το τραγούδι που όλη νύχτα έπλεε ανερμάτιστο
Γράφω στο χιόνι χιονοστιβάδες λέξεις
να μη σε δουν από ψηλά οι πελαργοί και σε προδώσουν
γράφω στο σώμα σου μ' ένα πενάκι
από κείνα που αμέσως λησμονούν
μη σε ρωτήσουν πού κλείδωσες το μυστικό
κι ανοίξεις τον κήπο με τις ροδακινιές
Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ με ανεμώνες
ούτε με κείνα τα νυχτολούλουδα
που φυτρώνουν στον κόρφο σου
γράφω χωρίς αναπνοή
ώσπου να ξεχειλίσει το ποτάμι
και πάρει μαζί του όλες τις κίτρινες φωτογραφίες
από ένα πριν που έχασε το πρωινό λεωφορείο
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
να μη μείνει άκαφτη ούτε μύτη μολυβιού
ούτε μια προσωδία
απ' το τραγούδι που όλη νύχτα έπλεε ανερμάτιστο
Γράφω στο χιόνι χιονοστιβάδες λέξεις
να μη σε δουν από ψηλά οι πελαργοί και σε προδώσουν
γράφω στο σώμα σου μ' ένα πενάκι
από κείνα που αμέσως λησμονούν
μη σε ρωτήσουν πού κλείδωσες το μυστικό
κι ανοίξεις τον κήπο με τις ροδακινιές
Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ με ανεμώνες
ούτε με κείνα τα νυχτολούλουδα
που φυτρώνουν στον κόρφο σου
γράφω χωρίς αναπνοή
ώσπου να ξεχειλίσει το ποτάμι
και πάρει μαζί του όλες τις κίτρινες φωτογραφίες
από ένα πριν που έχασε το πρωινό λεωφορείο
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Όσο να γελώ θα κλαίω
Τώρα όπου και να σταθώ θα φαίνομαι
Με το πέρασμα του κεραυνού μέσα απ' τα χέρια
Απλησίαστη φαίνεται η μέρα του πρώτου θανάτου
Τώρα όσο και να σωπαίνω θ' ακούγομαι
Τέντωσα χορδή βιολιού την ψυχή μου
σ' ένα σώμα ανυποψίαστο
Κι έφτασαν οι πρώτες βροχές
Εκείνο που θέλω πιο πολύ να λησμονώ
Επιτίθεται με ήλιους ακατάπαυστου καλοκαιριού
Να υπάρχω με τους αγέννητους ήχους
Καύκαλο προϊστορίας
Άχρηστο κέρμα παλαιάς κοπής
Τώρα όσο να γελώ θα κλαίω
Της άνοιξης το επιθανάτιο χαμόγελο
Το απλωμένο χέρι και το κερί
Τριγύρω λάμψεις τελικής εφόδου
Τούτη η μάχη δεν κρατάει πολύ
Σκοτώνει όμως το ίδιο αποτελεσματικά
Τον στρατιώτη που τόλμησε να ονειρευτεί
Πως φίλησε κρυφά το κορίτσι με το θαλασσί φουστάνι
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
ενότητα Εναέριες ρίζες
Με το πέρασμα του κεραυνού μέσα απ' τα χέρια
Απλησίαστη φαίνεται η μέρα του πρώτου θανάτου
Τώρα όσο και να σωπαίνω θ' ακούγομαι
Τέντωσα χορδή βιολιού την ψυχή μου
σ' ένα σώμα ανυποψίαστο
Κι έφτασαν οι πρώτες βροχές
Εκείνο που θέλω πιο πολύ να λησμονώ
Επιτίθεται με ήλιους ακατάπαυστου καλοκαιριού
Να υπάρχω με τους αγέννητους ήχους
Καύκαλο προϊστορίας
Άχρηστο κέρμα παλαιάς κοπής
Τώρα όσο να γελώ θα κλαίω
Της άνοιξης το επιθανάτιο χαμόγελο
Το απλωμένο χέρι και το κερί
Τριγύρω λάμψεις τελικής εφόδου
Τούτη η μάχη δεν κρατάει πολύ
Σκοτώνει όμως το ίδιο αποτελεσματικά
Τον στρατιώτη που τόλμησε να ονειρευτεί
Πως φίλησε κρυφά το κορίτσι με το θαλασσί φουστάνι
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
ενότητα Εναέριες ρίζες
Τρίτη 24 Αυγούστου 2010
Εναέριες ρίζες
Δε φεύγει μάταια ο καιρός
θέλει μάτια για να δεις τι αφήνει
Εκείνο που ανύποπτα αιωρείται
κι απλώνει ρίζες εναέριες
μες στην υγρή των ρόδων περισυλλογή
των ώμων το μούδιασμα
χείλη που λαχταρούν του ανεμόφτερου το άγγιγμα
Ξεχείλισε ο κρουνός
κι αφήνει τις σταγόνες του στο χώμα
στου ύπνου τα βλεφαρίσματα
το πιο χιλιοφίλημα απ' όλα τα χίλια
σταλαγματιά και των μύρων οι γεύσεις
Εναέρια διάλεξα τον τόπο των μικρών εκστάσεων
να μπορείς να διασχίσεις το σώμα
με τη λευκή φωτιά του χιονιού
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
θέλει μάτια για να δεις τι αφήνει
Εκείνο που ανύποπτα αιωρείται
κι απλώνει ρίζες εναέριες
μες στην υγρή των ρόδων περισυλλογή
των ώμων το μούδιασμα
χείλη που λαχταρούν του ανεμόφτερου το άγγιγμα
Ξεχείλισε ο κρουνός
κι αφήνει τις σταγόνες του στο χώμα
στου ύπνου τα βλεφαρίσματα
το πιο χιλιοφίλημα απ' όλα τα χίλια
σταλαγματιά και των μύρων οι γεύσεις
Εναέρια διάλεξα τον τόπο των μικρών εκστάσεων
να μπορείς να διασχίσεις το σώμα
με τη λευκή φωτιά του χιονιού
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
Σάββατο 21 Αυγούστου 2010
Αιωνιότητα πεταλούδας

Κάθε πρωί ανοίγει το παράθυρο ο καιρός
κι εγώ το ξανακλείνω
Αντίστροφα μετρούν οι ώρες στις παλιές φωτογραφίες
Ο κήπος δεν υπάρχει πλέον
τον έπνιξαν τα βαριά αρώματα και η μέθη των ρόδων
μαζεύει τα μωρουδιακά της η άνοιξη
και τα τυλίγει σε φύλλα λήθης
ν΄απουσιάσουν τις μέρες του χιονιού
Τι λοιπόν περιπλέκει τα θαύματα με όρους μυστηρίου;
Δεν αρκεί άραγε η αλήθεια μιας πεταλούδας;
Δεν κοιμάμαι πλέον με μάτια κλειστά
αλείφω λάδι την πέτρα
εύκολα γλιστρώ σε μια δεύτερη αιωνιότητα
με ναούς και καμπάνες και περικεφαλαία
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εναέριες ρίζες, 2010
ενότητα Της πέτρας και του αγριόχοιρου
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010
Αδικαιολογήτως παρών
Σ’ ακούω και γράφω
με το ‘να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και των βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος
σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι
σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με τον σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά
σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δύο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής
γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εικοσιτέσσερα πρελούδια,
δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια, 2009
ενότητα Εικοσιτέσσερα πρελούδια
με το ‘να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και των βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος
σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι
σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με τον σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά
σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δύο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής
γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εικοσιτέσσερα πρελούδια,
δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια, 2009
ενότητα Εικοσιτέσσερα πρελούδια
Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010
Ο πατέρας

(Έργο Ντίνου Παπασπύρου)
χωρίς ευαγγέλιο η εκκλησιά
κάποτε τέτοια ώρα
πάνω απ' τις στέγες
περνούσαν άγγελοι
Στην πόρτα ξεπρόβαλε ο πατέρας
κρατώντας ένα τετράδιο με ποιήματα
πάρε, είπε
είναι μεγάλη η νύχτα
Κώστας Μπραβάκης
από τη συλλογή Εικοσιτέσσερα πρελούδια,
δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια, 2009
ενότητα Δώδεκα σπουδές
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

