Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καριζώνη Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καριζώνη Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Πάνω σ' ένα παλιό ποίημα


Impasse Cottin, oil on cardboard by Maurice Utrillo, c. 1910;
in the National Museum of Modern Art, Paris

Γύρισαν πάλι γιατρέ,
και ρωτούν για την Άννα
τριάντα τόσα χρόνια πεθαμένη
να την κρύβουμε στα σεντούκια
μαζί με τις προκηρύξεις
και τις ραγισμένες τσαγιέρες
να κινδυνεύουμε σε κάθε μετακόμιση
μην καταλάβουν τίποτα οι περίοικοι
μη μας προδώσει η σκόνη στα ρούχα
και το σφύριγμα των τραίνων
που αφήσαμε πίσω μας.

Γύρισαν πάλι γιατρέ
κι αιμορραγούν σαν πληγές
κάθε φορά που κατεβαίνουμε στο σταθμό
και δεν βλέπουμε αυτούς που αγαπήσαμε
παρά μονάχα ανθρώπους να μοιράζουν φυλλάδια
και βλέμματα που δεν έχουν ούτε κόρη,
ούτε ίριδα.

Θα αναρωτιέστε φυσικά, αγαπητοί μου,
ποιοι γύρισαν
και ποια ήταν η Άννα
και γιατί κανένας χάρτης ποτέ δεν μας χώρεσε
παρά τις τόσες άσκοπες μετακινήσεις
καμιά αγάπη δεν μας κράτησε
κανένα ποίημα δεν μας έδωσε μια λύση.

Κατερίνα Καριζώνη

από την ανέκδοτη συλλογή Ρεσάλτο, 2008

Το βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ


Το βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ
το ξεφυλλίζει κάποιος μέσα μου τις νύχτες
ακούω το θρόισμα των απαλών σελίδων του
μυρίζω το άρωμα του μουχλιασμένου του χαρτιού
αφουγκράζομαι τον φλοίσβο της μελάνης
πίσω από τις γραμματοσειρές του.

Οι ιστορίες του αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα
οι τόποι διαρρέουν
οι ήρωες αυτοκαταστρέφονται
κανείς δεν φτάνει στο τέλος του βιβλίου
ξεβράζονται στη πορεία και κυλούν
με τη μορφή ζεστών δακρύων από τα μάτια μου
με τη μορφή ιδεογραμμάτων που αχνίζουν στον αέρα.
Κάποιος καίει πότε-πότε
τα φύλλα του βιβλίου για να ζεσταθεί
καίει τα γκρίζα κύτταρα του εγκεφάλου μου
έξω λευκή σαν χιονοθύελλα η σιωπή του χαρτιού
μέσα η κόλαση των λέξεων.

Το βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ
με περιμένει κάθε νύχτα
δίπλα στο ραγισμένο φως του πορτατίφ
πάνω στο σκεβρωμένο κομοδίνο
κάτω απ’ το δέρμα.

Κατερίνα Καριζώνη
από την ανέκδοτη συλλογή Ρεσάλτο, 2008

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
μας φωνάζουν συνεχώς
και οι φωνές τους σκεπάζουν
όλα τα άλλα που υπάρχουν.
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
ζουν μέσα στα δάκρυα
ξυπνούν τις νύχτες
ανάβουνε το φως
ξεφυλλίζουν βιβλία
ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα,
το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
και στο τέλος τα νικούν
γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.

Κατερίνα Καριζώνη
από την ανέκδοτη συλλογή Ρεσάλτο, 2008

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Τα παπούτσια



Παλιά λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
παπούτσια μου
που με οδηγείτε πάντα στους γκρεμούς
σε λάθος δρόμους που βγάζουν στο σκοτάδι
σε σπίτια που ερήμωσαν μες στις φωτογραφίες τους.

Άσπλαχνα, μπερδεμένα μέσα στην πολυκοσμία,
παπούτσια μου
φτιαγμένα μόνο για αποχωρισμούς
γι’ αυτούς που περιφέρονται δίχως ελπίδα
έξω απ’ τους χάρτες του καλοκαιριού.

Παπούτσια που δεν με πάτε πουθενά
παρά μονάχα σε πόλεις που απομακρύνονται
σε ανθρώπους που πεθαίνουν μόλις του αγγίζεις
σε έρωτες που σβήνουν πριν να γεννηθούν.

Κι όμως σας είχα φορέσει κάποτε
σε ηλιόλουστες μέρες
σε διαδρομές κοντά στα κάστρα
της παράκτιας πόλης
κι άλλοτε πλάι στη κηλίδα της θάλασσας
κάτω απ’ τον ουρανό
κάποιας εφήμερης αγάπης.

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
παπούτσια μου
που ονειρευτήκατε ταξίδια.

Κατερίνα Καριζώνη
από την ανέκδοτη συλλογή Ρεσάλτο, 2008

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Γράμμα στη μητέρα

Starry Night by Vicent Van Gogh

Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.

Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό, τι αγαπώ.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470, 2001

Μνημόσυνο


Ένα άλογο έτρωγε
όλο το πρωί τον ουρανό
από μια οπή φαινόταν η νεκρή γιαγιά μου
φορούσε την παλιά χορταριασμένη ρόμπα της
κι έπλενε κάτι γιγάντια καζάνια
πάλι δουλειές έκανε η δύστυχη γιαγιά
δίπλα της έκλαιγε μια νεαρή αγία
τα δάκρυα της γίνονταν μικρά χρυσόψαρα
εκείνη είχε βάλει ένα τηγάνι στη φωτιά
το λάδι τσίριζε.
Αλεύρωνε η γιαγιά μου το χρυσόψαρα
και τα 'ριχνε στο λάδι
βογκούσαν στην αρχή
μετά ησύχαζαν
κι αρχίζανε να της μιλούν
με τις φωνές μας.

- Τι κάνεις γιαγιά στον ουρανό; της φώναξα.
- Όλη τη μέρα τηγανίζω ψάρια
για να μαθαίνω νέα σας,
τη νύχτα
με το καμένο τηγανόλαδο
ανάβω τ' άστρα.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470, 2001

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470

Woman ironing, Copy of 1887 Degas
Painting Completed c. 1975
36 by 24 inches, Acrylic on Canvas

Θ' αφήσω απόψε τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά
για να 'ρθει πετώντας ο ράφτης Ραντοσλάβ
κραδαίνοντας το χάλκινο ψαλίδι του
ανεμίζοντας τη σάπια του κλωστή
μέσα στην καταχνιά
θα φέρει τα ρούχα των νεκρών
για να τα σιδερώσω
τις ξηλωμένες τους ψυχές μες σ' ένα δίχτυ
σαν ένα κοπάδι πεθαμένες πεταλούδες

Θ' ανάψω πάλι εκείνο το κιτρινισμένο φως
στο πορτατίφ
και θα λαδώσω καλά τους μεντεσέδες
για να μη τρίζουν όταν πιάνει ο βοριάς
θα βάλω ακόμα την τσαγιέρα στη φωτιά
και τ' αναμμένα κάρβουνα στο σίδερο
γιατί ξέρω, πώς φοβάται την αυγή ο Ραντοσλάβ
κι όταν καθυστερώ καμιά φορά, θυμώνει

και μου ράβει τα βλέφαρα
και μου παίρνει αυτούς που αγαπώ.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470, 2001

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Ιστορία χωρίς όνομα

Ήταν ένα ποτάμι κάποτε
που κοιμόταν στα χέρια σου
κι άλλοτε έφευγε σιωπηλό προς τη θάλασσα
αφήνοντας πίσω του
ένα φύλλο φθινοπώρου.
Δεν ήξερα πως δίπλα στην καρδιά σου
χτυπούσε η καρδιά ενός ποταμού
πως ήσουν ποτάμι
πριν γίνεις η αγάπη μου
όπως εκείνα που κυλούν
πλάι στις σιδηροδρομικές γραμμές
που ενώνουν τις μεγάλες πρωτεύουσες
όπως η σιωπή τις μεγάλες σημασίες
κάτω απ’ τη μελαγχολική αυτοκρατορία της βροχής.

Ένα παιδί τρέχει πλάι στα τραίνα που περνούν
γυρεύει κάποιο δικό του πρόσωπο
που ταξιδεύει
πάντοτε ταξιδεύουν οι αγαπημένοι μας
κι όταν ακόμη είναι κοντά μας, ταξιδεύουν
μέσα στο φόβο μας να μην χαθούν.

Πάντα μας ταξιδεύει η αγάπη.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων, 1992

Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου.
Ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια του ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις κραυγές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στο κόσμο
ήταν σ’ αγαπώ.

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων, 1992

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

3. Παπάφειο


Καμιά φορά
τις νύχτες που χιονίζει
πετούν θροϊζοντας ανάμεσα απ’ τα δέντρα
τα ορφανά του προηγούμενου αιώνα.

Τότε ανάβουνε τα φώτα στο Παπάφειο
ξυπνούν οι επιστάτες με τα γκρίζα νυχτικά
οι φύλακες των θλίψεων του αιώνα μας
ξεχύνονται σε δρόμους που χαθήκαν
αναστατώνοντας την πολεοδομία των καιρών
ρωτούν για τα ορφανά που δεν μεγάλωσαν
τα χάδια που δεν δόθηκαν
στα μουχλιασμένα τους κρεβάτια.

Τις νύχτες που χιονίζει μέσα στα όνειρα
πετάει σαλπίζοντας ανάμεσα απ’ τα σπίτια
εκείνη η μπάντα των αδέσποτων παιδιών
σκορπίζουν φυματίωση και πούδρα
γυρεύουν ένα νόμισμα παλιό
ή ένα πένθιμο κομμάτι κέικ
από τα τσάγια των φιλοπτώχων κυριών
που ακόμα οργανώνονται αθόρυβα
στις γκρεμισμένες αίθουσες
του 19ου αιώνα.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Πανσέληνος στην οδό Φράγκων, 1990
ενότητα Τρεις ιστορίες για τα κτίρια

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

1. Η απειλή των κτιρίων


Τα κτίρια είναι οι πέτρινες ενδυμασίες
της πόλης
κρέμονται με αέρινες κλωστές
από τον ουρανό
κι έχουν την ηλικία των ανθρώπων.

Συχνά τα βλέπω να περιστρέφονται τις νύχτες
γύρω απ’ το κεντρικό ρολόι του Σταθμού
σταματημένο στον τελευταίο χωρισμό μας
κι άλλοτε να προσέρχονται αθόρυβα
στις ξαφνικές κηδείες των ενοίκων τους.

Τα κτίρια μας αφαιρούν σιγά σιγά την κίνηση
ανύποπτους μας καθηλώνουν σε δωμάτια
στολισμένα με νεκρές σημασίες
και άνθη χάρτινα
σαν ενυδρεία γεμάτα ανθρώπινα μέλη
κι ύστερα μια νύχτα μας εγκαταλείπουν
και σωριάζονται με θόρυβο στα όνειρα.

Το πρωί
απειλητικά κι ερειπωμένα
ανατέλλουν πάνω από την πόλη.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Πανσέληνος στη οδό Φράγκων, 1990
ενότητα Τρεις ιστορίες για τα κτίρια

Χωρίς τίτλο


Μη φοβάσαι, σου είπα
κι αν όλες οι ιστορίες ξεχαστούν
κι αν όλες οι προσπάθειες αποτύχουν
κι αν όλα κάποτε χαθούν σ' αυτή την πόλη
σε περιμένω.

Μη φοβάσαι, μου είπες
γιατί αυτοί που αγαπήσανε
δεν χάνονται
έχουν μια ψυχή παραπάνω.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία, 1985

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Διαπίστωση


Τώρα που είσαι πια μεγάλος
τα πράγματα αλλάζουνε
ξέρεις πως ο δράκος νικάει στο τέλος
τον καλό βασιλιά
και πως ποτέ δεν θα ανταμώσεις
την Πεντάμορφη.

Όμως Αλέξανδρε,
για μας που δεν υπάρχει πια
κανένα παραμύθι
κανένα θαύμα
για να μας χωρέσει ολάκερους
καμιά επανάσταση για να μας πείσει
για μας
που βαρεθήκαμε τον πόλεμο
τις συζητήσεις
τους συντρόφους
και τα αστυνομικά
μένει ένας δρόμος σαν ανάμνηση
που βγάζει στο τέρμα του καλοκαιριού
μια αγάπη για το νοτισμένο άνεμο
για τα φτερά που λύγισαν
στη νηνεμία.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία, 1985

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Η αγάπη μου


Αγάλματα από μάρμαρο
σε μια κρήνη της Νέας Ορλεάνης


Η αγάπη μου είναι μια πλατεία
με συντριβάνια πέτρινα
έφηβους γαλήνιους,
που ερωτεύονται το περιπλανώμενο φως
τον άγγελο
που πίνει απ' τη σκυφτή βρύση
με το τάσι μου
και πλένει στη γούρνα τα φτερά του.

Η αγάπη μου
είναι μια νύχτα χειμωνιάτικη
που συναντάς τη λύκαινα στο μονοπάτι
να σε κοιτάζει με τα παγωμένα μάτια της
και να ορμά στο σκοτάδι.

Ένα πεζούλι είναι η αγάπη μου
που 'ρχεσαι και καθόμαστε τα απογεύματα
και την αυγή μας βρίσκουνε μαρμαρωμένους.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία, 1985

Δίχως ιστορία


Όμως κάποτε από άγνωστη αιτία
θα δικαστείς
απ' όλα τα πρόσωπα και τους θεατές
του παιχνιδιού σου
στη δίκη θα ομολογήσεις
πως ήσουν κι εσύ ένας συνηθισμένος άνθρωπος
μα δεν θα αθωωθείς
θα καταδικαστείς
να ζεις ανάμεσά μας
δίχως ιστορία.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία, 1985

Κατερίνα Καριζώνη

Αρχίζει σήμερα η παρουσίαση μιας προσωπικής μου επιλογής ποιημάτων της σημαντικής αυτής ποιήτριας από το ανθολόγιό της με τίτλο Ρεσάλτο, Ποιήματα 1969-2008, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2009 από τις Εκδόσεις Αρμός. Τα ποιήματά της που έχουν ήδη δημοσιευτεί εδώ θα ενσωματωθούν στη συνολική αυτή ανθολόγηση.

Η Κατερίνα Καριζώνη κατάγεται από τη Μάνη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Εργάστηκε επί 15 χρόνια στην Εθνική Τράπεζα απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και παιδικά βιβλία. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό.

Ποιητικά βιβλία της : Πρωτοβρόχια, 1969, Διαστάσεις, 1972, Πινόκιο, 1975, Αναπάντεχο καλοκαίρι, 1978, Τσάι και μυθολογία, 1985, Πανσέληνος στην οδό Φράγκων, 1990, Τα παγώνια της μονής Βλατάδων, 1992, Ο ράφτης Ράντοσλαβ από το 1470, 2001, Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη (ανθολογία), 2006, Ρεσάλτο, Ποιήματα 1969-2008, 2009.

Η Κατερίνα διαθέτει δικό της ιστότοπο και ιστολόγιο στο διαδίκτυο.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Αυτά που μας σκοτώνουν

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Μας φωνάζουν συνεχώς
Και οι φωνές τους σκεπάζουν
Όλα τα άλλα που υπάρχουν
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Ζουν μέσα στα δάκρυα
Ξυπνούν τις νύχτες
Ανάβουνε το φως
Ξεφυλλίζουν βιβλία
Ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
Ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα,
Το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
Το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
Το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
Τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
Και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
Από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
Και στο τέλος τα νικούν
Γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
Και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
Που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.

Κατερίνα Καριζώνη
δημοσιεύτηκε στο περ. Πάροδος,
τεύχ. 23-24, Δεκέμβριος 2008

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Σε χαμηλό τόνο

Peter Vilhelm, Woman Reading by Candlelight, 1908

Τι να τα κάνω αυτά τα ποιήματα !

Τις νύχτες φορώ τα επισημότερα μάτια μου
όλο χαμένες εικόνες και ιριδισμούς
τα καλύτερα χρόνια μου φορώ
και τα διαβάζω
με φθόγγους και σπασμένες επιγραφές
με φωνήεντα και δανεισμένα ονόματα
από ιστορίες τρελλού έρωτα
δίπλα στο άσβηστο πορτατίφ
στο άσβηστο πάθος.

Κι είναι αυτά τα ποιήματα
σκιές αναλλοίωτες πάνω στα ρούχα
ερήμωση βιβλίων και βουή
από πλήθος που διαλύεται.

Κατερίνα Καριζώνη
από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία, 1985