Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Μετά των αγίων (5)


- Το παιδί που το αγαπάει κρυφά ο πατέρας του γιατί το έκανε με γυναίκα άλλη.

- Μάτια γυναίας που κλείνουν, για να σου δείξουν ότι ήρθε η ώρα να τα φιλήσεις.

-  Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.


Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Μετά των αγίων (4)

                                         
- Τα αμάλλιαγα πουλάκια που πέφτουν από τη φωλιά και, καθώς τα πιάνεις στα χέρια, σου αφήνουν μια αίσθηση σαν να κλείνεις μάτια νεκρού.
                 

- Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επανεκταφής θαμμένων τόυ κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι που να μην μπορείς πια να διακρίνεις
ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

      
- Ο παλιός μας φίλος που μας χαμογελάει στη φωτογραφία του τάφου του, καθώς, από εκδρομή γυρνώντας προς την Αθήνα, επί τούτου παρακάμψαμε και περάσαμε από το χωριό του για να τον «δούμε».


Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Γενέτειρα εν εορτή


Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία
πλην όμως στις εξώπορτες
άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια
με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο
με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες
μες τη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μας χρόνων
- μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου -
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μη σκεπάζεις το ποτάμι, 1998
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Σε μια παραλία το 1960


Σε μια παραλία το 1960 καθόταν μια οικογένεια.
Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.
Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί,
και έτσι που το φως τού ηλίου ήταν τόσο διάφανο,
το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα
ώσπου χάθηκε.

Γι' αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα
επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα
και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, 1987
Ποιήματα 1968 -2010 (Επιλογή), 2014

H μπάντα


Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ,
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.

Έτσι η μπάντα έστριψε,
και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Οι πυροτεχνουργοί, 1979
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Υποταγή


Θα 'ρθω κοντά σου πάλι
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες.

Είσαι το πλατύ ποτάμι.

Στην ερημιά σου να έρχονται το απόγευμα οι βοσκοί
να πλένουν τη φωνή τους.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Η θλίψις του προαστίου, 1976
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Δεν θα σε ζητήσω


Δεν θα σε ζητήσω ποτέ πια.
Και μη θελήσεις ούτε κι εσύ
να παίξουμε κιθάρα πάλι στο κρεβάτι σου
μ' εκείνα τα τεράστια μάτια της μάνας σου
που μας κοίταζαν πάνω απ'το τσίτινο φουστάνι της.

«Μωρό μου»

Έτσι φαντάστηκα κάποια νύχτα της οδύνης μου
μια πόρνη να φωνάζει τον γέρο πελάτη της
που είχε σύφιλη
και αυτός φοβόταν τόσο μην το μάθει
όπως φοβούνται οι ποιητές
μη μάθουν οι άλλοι τη μοναξιά τους.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, 1973
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Στα μάτια μου ενεδρεύει


Στα μάτια μου ενεδρεύει ένα παιδί με τριαντάφυλλο
ή ένας χοντρός και άξεστος λύκος.

Κάθε ψυχή είναι μια θάλασσα στην ερημιά.

Με το παιδί. Και το λύκο.

Τα λόγια είναι ενστικτώδεις κινήσεις προφυλάξεως
κάποιου τρομαγμένου ζαρκαδιού.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, 1973
Ποιήματα 1968 - 2010 (Επιλογή), 2014

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Μετά των αγίων (3)

- Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους.

- Τα μάτια των κατάδικων, μέσ' απ' τα πλέγματα των παραθύρων, στις κλούβες, έτσι καθώς τους μεταφέρουν από τις φυλακές στα δικαστήρια.

- Δυο παιδάκια, παραμονή Χριστουγέννων, που λένε τα κάλαντα στο τάφο του πατέρα τους.

- Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Μετά των αγίων (2)

- Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.

- Ποδήλατο μικρού που μεγάλωσε, στη πίσω μάντρα, στ' άχρηστα, αφημένο.

- Τα κοριτσάκια εκείνα στη φωτογραφία του 1948, που τα μισά ήταν με τα μαλλάκια τους κανονικά και τα άλλα μισά κουρεμένα με την ψιλή, για να δηλώνεται έτσι ότι ήσαν ορφανά.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Μετά των αγίων (1)

- Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

- Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν τα νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

- Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Μιλάει ένας ληστής

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα
και θέλω χαμηλά να κατέβω,
το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας
που ισιώνει στον κήπο τον κισσό
και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,
η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει
και ο πυρετός ακάθεκτος,
όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει.

Πήρε απόγευμα κιόλας
και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια
πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,
τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,
και τους τρελούς μέσα βαθιά στ' αυτιά τους
σκυλιά τους κυνηγούν,
σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Ο φοβερός φονιάς Τζων Μπολ

Αλλά και αν έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε
είναι γιατί το βλέμμα ήμουν
που μετατόπιζε μέσα σας φωνές πνιγμένων.

Κι αν πικρός μονίμως γυρνούσα
είναι γιατί μια καρδιά είχα σαν το θήραμα τρομαγμένη
που, ενώ το περίμενες πρηνής,
αυτό από την πίσω ήδη μεριά του θάμνου
αναγκασμένο ήταν να φεύγει.

Όσο γι’ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,
πιστέψτε με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.
Σαν το κερί που το ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι
και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,
ο αλκοολικός γιατί τον προσέβαλαν.

Σαν τη ζυγαριά
σε αποβάθρα σταθμού χρόνια καταργημένου
και στα το κλειδί που μήνες το βλέπαμε στην άκρη του δρόμου,
πλην όμως κανείς δεν το έπαιρνε
γιατί κανένας δεν ήξερε,
κανένας δεν ήξερε την πόρτα του.

Γι’ αυτό και έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε.

Διότι το λάδι μπορεί να ήμουν
που γιάτρευε την πληγή σας, αλλά και ο καρπός
που τον πάτησε το ζώο ήμουν, και την τελευταία στιγμή
σωριάστηκαν, τσακίστηκαν όλα στον γκρεμό,
το φορτίο μαζί και το κάρο.
Ο άνεμος ακόμη που έδενε το στάρι σας,
αλλά και αυτός που ρίξατε
όταν κάνατε την πιο μεγάλη στον κόσμο
της ευτυχίας μοιρασιά ήμουν,
δεν είπα τίποτα σε κανένα σας τότε,
πλην όμως αιώνια ορκίστηκα, σαν το κατάλαβα, εκδίκηση
και άκτιστη έμεινε η ψυχή μου σαν ένα σπίτι, μισή έμεινε
και σαν την εκκλησία που τη γκρέμισε ο σεισμός
και στάθηκε το καμπαναριό άθικτο,
η φωλιά του πελαργού στάθηκε,
η φωλιά του πελαργού και η καμπάνα.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Νύχτα του ασπασμού


στον Γιάννη Βαρβέρη

Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα.

Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη
και δεν μπορώ πια να δακρύσω,
γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο
από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ.

Πήγαινες να φέρεις ένα χαρτάκι
και έτσι όπως έστρεφες τη πλάτη
σε φανταζόμουν σε αποχώρηση.
χαρούμενος ήσουν και εγώ στα μάτια σου έβλεπα
ένα φως πόλεως – να μ’ αποχαιρετά – μακρινής.
σε βόλτα έλειπες, κι εγώ στο σπίτι σαν έφτανα μόνος,
την παντοτινή, την παντοτινή ζούσα την απουσία σου.

Ω νύχτα δύσκολη.

Θύμησες, που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας,
πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια
που άθικτα και ταιριασμένα όπως σας αγοράζαμε
στην ντουλάπα το πρωί θα σας βρω,
φωτογραφίες σε εκδρομές, παλιές,
προορισμένες για πάντα καλά να φυλάτε
μια τόσο χαρωπή απουσία,
ρούχα, παλτό, σακάκια, κασκόλ, ομπρέλες
μιας μόδας άχρηστης, πικρής,
που εντούτοις αποκτήθηκαν κάποτε με αίμα,
γραβάτες, θηλιές χρόνων ταπεινά στολισμένων,
κομοδίνα και καρέκλες στο πατάρι
πτυσσόμενες, αχρησιμοποίητες,
που κατά βάθος ήξερα, ήξερα πολύ καλά τι σας θέλουμε.

Ω νύχτα δύσκολη,
και ω πατέρα, πιστολιά που από παιδί σε περίμενα
και ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες,
ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες χρόνια.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Νοσοκομείο

Στη Νατάσα Πανδή
Ι
Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί
φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους.
Έχουν πιει χάπι από νωρίς ηρεμιστικό όμως
και έτσι ανεβαίνουν στο φορείο
φρόνιμα και με τη θέλησή τους.
Ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο, εικοστούς,
αφού άλλοι δεκαεννιά τους περιμένουν εκεί ήδη.
Είναι άβουλοι, αμίλητοι
και τα γεννητικά τους όργανα ξυρισμένα.
Ο χειρουργός δεν έχει φτάσει,
οδηγίες δίνοντας απ’ το τηλέφωνο,
οπότε και τους μετακινούν οι βοηθοί,
έτσι που με ένα τακ
στο τραπέζι τους μεταφέρουν, το σιδερένιο.
Αν και κοιμισμένοι, ακούνε τότε φράσεις
στο βάθος του μυαλού τους περίεργες
όπως : «δάσος», «βρέχει», «θα βρέξει», «βροχή»
ή επιθυμίες θυμούνται της ζωής τους αμυδρά,
επιθυμίες που κράτησαν
όσο το άναμμα ενός σπίρτου στο σκοτάδι.
Τα βλέπει, όμως, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος,
όλα αυτά τα βλέπει στην οθόνη
και τα μέτρα του αθόρυβα λαμβάνοντας,
σαν παλαιός αφιερωμένος σε εκκλησία μεγάλη,
τα μέσα τους σκοτεινιάζει,
τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια,
τα φώτα ένα ένα του αίματος,
ώστε χαμογελούν τότε κάπως αυτοί,
ενώ το σώμα τους ανεβαίνοντας προς τα πάνω
και πάλι ανεβαίνοντας προς τα πάνω,
χρόνια, βάρος και αναμνήσεις πετά.

Γιώργος Μαρκόπουλος
Από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Ένα κάποιο στείλε μου σήμα

Στο πλαίσιο του μικρού αφιερώματος στην τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου, η Λίνα είχε την καλοσύνη να περάσει στα «διανυκτερεύοντα» το συγκλονιστικό αυτό ερωτικό ποίημα. Το είχα αναρτήσει και παλιά από δημοσίευση σε λογοτεχνικό περιοδικό.

Πιστεύω ότι θα το αγαπήσετε. Και πως δεν θα ξεχάσετε ποτέ ότι κάπου κάποιος «είναι μόνος και σας περιμένει».

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Οι παλαιοί εαυτοί μου

Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
πού πήγαν, πού χάθηκαν;

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, 2010

Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

Νεκροταφείο αυτοκινήτων

Εδώ τα μυριάδες θροϊσματα του αγέρα
η ανεξίτηλη οσμή της πίσσας και της βενζίνης.

Εδώ, εδώ όλα, γερασμένα ποδήλατα, μηχανάκια,
καθρεφτάκια των πούλμαν και κεφάλες νταλικών.

Εδώ, εδώ όλα, τρίκυκλα κουτσά, ταξί πεταμένα
και της βασίλισσας κότας θρόνος
το πίσω κάθισμα της σαπισμένης Μερτσέντες.

Εδώ, εδώ όλα, τρακτέρ βουλιαγμένα,
κύλινδροι οδοστρωτήρες,
εκσκαφείς της Κατερπίλαρ, της Ντόιτς εδώ, εδώ όλα
και μαζί τους χιλιάδες αιώνια «σ' αγαπώ»
που ειπώθηκαν ανάμεσα σε παλιοσίδερα,
γαϊδουράγκαθα και κουράδες.

Γιώργος Μαρκόπουλος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 82, Ιούλ.-Σεπτ. 2008

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ένα κάποιο, στείλε μου, σήμα

Με τ' όνομά σου να σε φωνάζω πια, δεν μπορώ.

Πλην όμως ένα κάποιο, στείλε μου, σήμα.

Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μετά τη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης
αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθανάτου
και όπως μια βαλανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,
είμαι μόνος και σε περιμένω.

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες
όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.
Με το ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο
είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο
και με το ένα αυτί που το τύμπανό του
δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες
όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,
καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά
όπως το ένα κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων,
είμαι μόνος.

Είμαι μόνος, και σε περιμένω.

Γιώργος Μαρκόπουλος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 78, Σεπτέμβριος 2007


Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Παλιός καθρέφτης

Και έπειτα όλα οδηγούν στην απόγνωση.
Στην τρέλα ή στον αυτόχειρα.
Όταν μια μέρα διαπιστώσεις
πως παρά τις τόσες σου προσπάθειες
έμεινες πάντα μόνος.

Οι άνθρωποι είναι πάντα μόνοι κα φοβούνται
Και κάθε ένας τους κρύβει έναν κόσμο
ή μια πολιτεία ή μια φυλακή.

Φοβούνται.

Το βλέπεις καθαρά στις πόρτες των ματιών τους
όπως όταν μετά από χρόνια
Βλέπεις το πιο καλό παλιό συμμαθητή
και δεν ξέρεις τι να πείτε.

Όλοι είναι «τρίτοι», έλεγε ο φίλος μου Χρηστάκης.

Όταν τους ερευνάς.

Όταν ζητάς από αυτούς
αυτό που δεν σου έδωσε ποτέ η μάνα όταν ήσουν παιδί
ή έστω ο αδελφός σου όταν ήσουν νέος
που σκέφτηκε κι αυτός με τη σειρά του
αλήθεια, τι μου έδωσε εμένα ο αδελφός μου;

- Στην παραλία μένουν οι πέτρες των πνιγμένων
και οι μνήμες από τα φωταγωγημένα καράβια που έφυγαν.

Γιώργος Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Οχτώ συν ένα εύκολα κομμάτια
και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, 1980