Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ο πατέρας ανεβαίνει στο κάδρο (επιλογή)


12. Μυθιστόρημα μαθητείας

Είμαι πάλι στο σπίτι με την πρώτη μου άδεια.
Έχουμε μόλις αποφάει κι ο πατέρας ανοίγει αργά το ΕΘΝΟΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ και μου προσφέρει τσιγάρο.
Παρότι απόφοιτος του πανεπιστημίου και του καπνού πρώτη φορά ανάβω μπροστά του.

Έτσι ανδρώθηκα.

14. Οι ναυαγοί των ματιών

Όταν η υπέργηρη μητέρα μου έπαθε σοκ υπογλυκαιμίας για πρώτη φορά μπροστά στα μάτια του επίσης υπέργηρου και ήδη αναρρώνοντος από μακρά ασθένεια πατέρα ο μικρός αδερφός μου που ανάστατος έσπευσε στο Κέντρο Υγείας του βρήκε να κλαίνε βουβά ναυαγισμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου.


ΥΓ

XI Ετήσια μνήμη
΄
Κατηφόρισαν για τα μνήματα όρθιες νύχτες άναψαν μνήμες ανέπεμψαν δεήσεις πήραν συχώριο και ανηφόρισαν ένα σύννεφο κάργες τώρα στο σπίτι αλλάζουν χαμόγελα αγκαλιές και φιλιά τρώνε και πίνουν γλυκά και καφέδες πολλά και τα νέα δικά τους και ξένα παίρνουν φωτιά τα χείλη καίγεται κι ο πατέρας στο κάδρο κι απ' τη στάχτη ανατέλλει ένα ολόκληρο παράπονο.


Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Χαμηλά ποτάμια, 2015

Ο κύριος Παναγιώτης




Μια εβδομάδα μετά την εκδημία της κυρα-Κατίνας οι καρέκλες στο μπαλκόνι είναι ακόμα δύο

Κάθεται μόνος νησάκι στη λύπη πουλιά τα χρόνια και πέρασαν πέρασε κι η γυναίκα του σαν χελιδόνα μόνη του συντροφιά η μνήμη η μνήμη που επανέρχεται όπως τα φώτα στο ταβάνι από διερχόμενα αυτοκίνητα

Κάθεται στο μπαλκόνι φίκος μονάχος με σταυρωμένα τα κλώνια κοιτάζει τα γύρω μπαλκόνια κοιτάζει τον ακάλυπτο κι όταν πέφτει κανένα σύννεφο κατέρχεται σπάζει σιωπές με μικρές τρικυμίες και ήσυχος πως έκανε το χρέος του ξαναγυρίζει στον ουρανό του.

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Χαμηλά ποτάμια, 2015
 

Οχτώ με δέκα


Να είμαι οχτώ ή έστω δέκα
να ψήνομαι στον πυρετό
να πέφτω να σβήνω τη φωτιά
στο δροσερό πηγάδι

Να βρέχει ν' αστράφτει να βροντά
σμπαράλια να γίνεται το μεσημέρι
κι εγώ να σκύβω να καρδιοχτυπώ
μικρό πουλί σε χούφτα ξένη

Να είναι Μάης άντε Ιούνης
κεράσια μαύρα να γεμίζω το κόρφο μου
βοριάς ο δραγάτης να χουγιάζει από πέρα
κι εγώ να καλπάζω σκιασμένο πουλάρι
να μαλώνει η μάνα να με κρύβει
στο χαμηλό πορτάκι κάτω απ΄τη σκάλα

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Χαμηλά ποτάμια, 2015
 

Ολοκαύτωμα στο Δίο


Δε λέω
πολύτιμα κι ανεκτίμητα τα εκθέματα στο Δίο
όμως εγώ χωρίς κανένα δισταγμό
όλα τα χαλαλίζω
για κείνο το λαχταριστό μελαχρινό κορίτσι
που μισοβυθισμένο στο λινό του φόρεμα
λάμπει σαν τύψη στη γωνιά
φρουρώντας το ανήλεο σκότος

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Χαμηλά ποτάμια, 2015

Η χειραψία


Αν ήταν κάτι να κρατήσω
απ' όλα τα μουσεία της μνήμης μου
θα κρατούσα μονάχα
μια επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα
που είδαμε ένα καλοκαίρι στο Δίο
τότε που απεγνωσμένα σμίξαμε
θεόγυμνοι στο κύμα

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Χαμηλά ποτάμια, 2015
 

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Πίσω απ' το παρμπρίζ

Αναμένω σβηστός τις κόρες του πιάνου ενμέσω βροχής και ομίχλης ημίφωτης.
Ξεφυλλίζω μνήμες.

Αστράφτει πάλι κι αναβοσβήνει το πρόσωπό σου.
Κλαδιά τσακίζω δισταγμούς το σώμα ξεχερσώνω και δίνω σφαχτάρι το λαιμό στα χείλη σου τα πυρωμένα.

Κλείνω τη μνήμη κι ανοίγομαι στα FM.
Κύματα αδολεσχίας πλήττουν τη βάρκα μου
Αναδιπλώνομαι

Καρδούλες διάφανες ζεστές οι στάλες της βροχής εισχωρούν αιφνίδια στη σελίδα σε ρυθμό ρελαντί και διασχίζοντας τους φράχτες των στίχων αφανίζονται στον άλλο γκρεμό

Χαμός γλυκός βαραίνει τα ματόκλαδα.

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Ιτιές


Μαυροφόρες που γέρνουν κατεβαίνουν με τις βροχές στα νοσοκομεία των πόλεων στέκονται δίπλα στον καλό τους όπως σκιές τον κοιτούν στα μάτια του μιλούν του θυμίζουν ιστορίες παλιές και κάθε που εκείνος χάνει το κουράγιο του γκρεμίζονται θολώνουν μα θάλασσες είναι και επανέρχονται τον ταϊζουν και τον ποτίζουν τον ανασηκώνουν και τον ξεσκατώνουν καρτερικές σαν πέτρες και πιάνουν το λόγο απ’ την αρχή λένε και ξαναλένε τα ίδια πράγματα παρηγοριές και θαύματα βυθισμένες στη σοφία της άγνοιας κι όταν πια βλέπουν τα λόγια τους να πηγαίνουν στο βρόντο σωπαίνουν και προσεύχονται προσεύχονται κι ελπίζουν κι έτσι αποκαμωμένες απ’ την ατέλειωτη προσμονή γέρνουν σαν ιτιές στις όχθες του πόνου ενώ αιφνίδιες κραυγές αναταράζουν κάθε τόσο τον ύπνο τους

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Οι μαμάδες

Μ' αρέσουν οι νέες μαμάδες που βλέπω στο δρόμο με το ταγάρι στον ώμο το μανάρι στο χέρι να περνούν τις διαβάσεις να κόβουν βόλτες στο πάρκο ν' αναπέμπουν αιώρες

Μ' αρέσει που δεν αφέθηκαν να πνιγούν στο νεροχύτη να ξεχειλώσει το σώμα τους που ακόμα συχνάζουν στις ακτές του φραπέ κι ανελκύουν στενάζοντας τον καπνό εκβαθέων ενώ τα βλαστάρια τους διαρκώς επιστρέφουν δροσερά κυματάκια στα υπέροχα πόδια τους.

Μ' αρέσουν στ' αλήθεια οι νέες μαμάδες στ' αλήθεια ζηλεύω που δεν είμαι ο άντρας τους έχουν μια γοητεία αχτύπητη αυτές οι γυναίκες θυμίζουν θείες ελεύθερες που βγάζουν βόλτα τ' ανήψια τους εκλιπαρώντας την άλωση

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Γυναίκα μόνη μπροστά στη θάλασσα




Η ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα

Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται
Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή
Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα

Κόπωση θέας και γλαρώνει
Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ' ένα μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα

Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί

Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή φράζει το βλέμμα
Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει λιώμα

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Οι πόρτες της Φλώρινας


Πόρτες λιτές ξυλόγλυπτες
πόρτες καφέ γαλάζιες πράσινες
δίφυλλες πόρτες τρίφυλλες
με το κομμένο χέρι
πόρτες σκεβρές γδαρμένες ξέθωρες
πόρτες γριές
άλλες τυφλές
κι άλλες με μάτια ορθάνοιχτα
με κουρτινάκια βλέφαρα
και φρύδια μισοφέγγαρα
πόρτες που προβοδίσατε
τη χαρά και το θάνατο
με τρίξιμο παράπονο
κι αμίλητες συντροφέψατε
νυχτέρια ατέλειωτα
στα ξύλινα κατώφλια
πόρτες πιστές εχέμυθες
πόρτες παλιές της Φλώρινας
καπάκια αρμοστά υπέροχα
στα τελευταία φέρετρα

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Η μάνα απόψε

στον Θανάση Λιάπη και πάλι

Πέφτει ο ήλιος
στον κερματοδέκτη του βουνού
το σούρουπο χιόνι στα έλατα
κι η μάνα με το μαύρο μαντίλι
να βλέπει απ' τη φωτογραφία
ανύποπτη

Άναψε το κεριά
το καινούριο καντήλι
άναψε το τσιγάρο
πήρε φωτιά η μνήμη

«Θα 'χει πολύ φως η μάνα απόψε»
είπε

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Μέρες του 1969 - το πολύ 70 - μ. Χ.

Ι
Ακόμα ουλή
το καυτό μεσημέρι
που κάθιδρος επέστρεψε σπίτι
χωρίς την εικόνα της
μέσα στα μάτια του
και πριν καλά καλά ανασάνει
ροβόλησε πάλι κατά τη Σχολή
έκλεψε τη μορφή της
και ξαναγύρισε στο λημέρι του

ΙΙ
Πάντα φύλαγε στη βαλίτσα
κάτω απ’ το κρεβάτι
δυο μικρά πορτοκάλια
να ‘χει κάτι να της προσφέρει
αν εκείνη καμιά φορά ερχόταν
στο μικρό του δωμάτιο

Εκείνη που δεν ήξερε καν
ότι την αγαπούσε

ΙΙΙ
Πέρασε τις προάλλες
από εκείνο το πεζοδρόμιο
αλλά δεν ήταν νύχτα του 70
και δεν έβρεχε
και δεν κρατούσε ουρανό
ούτε φορούσε
το αεράκι στο σώμα της
την απειλή στα χείλη

Τι γύρευε λοιπόν
σ’ αυτό το πεζοδρόμιο

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Το χούφταλο

Αυτό το χούφταλο που βλέπετε
να περιφέρει τη σκιά του αγόγγυστα
στους διαδρόμους των νοσοκομείων
αναζητώντας με απόγνωση ένα βλέμμα
για να στηρίξει το γκρεμισμένο μπόι του

Αυτό το χούφταλο που λέτε
γέννησε τη Μέριλιν Μονρόε
τη Ρόζα Λούξεμπουργκ
το Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
εσάς που με διαβάζετε
εμένα που γράφω

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Θανάσης Μαρκόπουλος, 4 Χ 2

Πριν μερικές μέρες είχαμε συζητήσει με τον Νίκο Χειλαδάκη για τον εξαιρετικό ποιητή και φίλο Γιώργο Μαρκόπουλο. Κατά σύμπτωση, έλαβα εντελώς πρόσφατα τη νέα ποιητική συλλογή Μικρές ανάσες, 2010, ενός άλλου φίλου, του συνονόματου και συνομήλικού του εξαιρετικού επίσης ποιητή Θανάση Μαρκόπουλου. Ο Γιώργος ζει στην Αθήνα, ο Θανάσης στη Βέροια. Μου δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να συνεχίσω το προσεχές διάστημα την ανθολόγηση των ποιημάτων του Θανάση Μαρκόπουλου από την θαυμάσια αυτή συλλογή.

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στο Κρανίδιο της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και πήρε μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα από το Τμήμα Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του εστιάζονται στην ποίηση και στη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά. Έχει εκδώσει εφτά συλλογές ποιημάτων, τρεις μελέτες κι έναν τόμο με κείμενα κριτικής.

4Χ2

1. Ηλικία
Σαν τον ορίζοντα
Όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται

1. Τετράγωνο κρύο
Να ‘σαι ψάρι στο καφάσι
και να κάνει κρύο

3. Γεφύρι
Δώσ’ μου το σώμα σου κορίτσι
να περάσω πάλι στον κόσμο

4. Η λέξη
Άχυρο η λέξη και πώς να περάσεις
μαύρο ποτάμι

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Μικρές ανάσες, 2010

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Το λεωφορείο των 12 μ.μ.

στον Μάνο Νταουντάκη


Γύρω στα μεσάνυχτα μαζεύω από το κέντρο
τους τελευταίους ναυαγούς των κινηματογράφων
έρωτες ξεχασμένους και αργοπορημένους επισκέπτες
φοιτητικών δωματίων
Συνασπισμένες μοναξιές
σαν τις αφίσες μιας απεργίας στην Αριστοτέλους
μοναξιές αυτόνομες όπως ιστός σημαίας
κοπέλες που κατεβαίνουν από τον έβδομο ουρανό
πυρπολημένες φρεγάτες
αγόρια που ανεβαίνουν από το υπόγειο του σώματος
με ανήσυχα σύννεφα
Στο τελευταίο δρομολόγιο
αναβοσβήνουν τα φεγγάρια στις διασταυρώσεις
σαν τα ευκίνητα μάτια της Καίτης
Τις πλατιές λεωφόρους καταβροχθίζω ταχύτερα
ταχύτερα ερημώνω
στο τέρμα της συνοικίας φτάνω
λεωφορείο αδειανό φωταγωγημένο

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Ανοιγμένη φλέβα, 1991

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Τα χρόνια μου


Ήταν καιροί
που αδιάβροχος μπαινόβγαινα
στο ποτάμι του χρόνου
πέρασα τα πενήντα
και κάθε βράδυ
μουσκίδι στο τζάκι
λέω και ξαναλέω τα χρόνια μου
σαν για να τα ξορκίσω
να τα χωνέψω
να τα δαμάσω επιτέλους
τ' ανυποψίαστα πουλάρια τ' ατίθασα
που χάνονται καλπάζοντας
στο βάθος των ματιών μου

Θανάσης Μαρκόπουλος
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη,
τεύχ. 195, Ιανουάριος - Μάρτιος 2008

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Οι προτομές της Βέροιας

Αγάλματα Μνήμες του Ντίνου Παπασπύρου

Πιο πολύ κι απ΄τις προτομές
του Μουσείου
εγώ εκείνες της Λεωφόρου Ανοίξεως
οικτίρω
έτσι που ισοβίως τις δίκασαν
ν' αντικρίζουν ανέκφραστες
τις απρόσωπες πολυκατοικίες
ενώ πίσω τους μαίνονται
οι περιπτύξεις των εφήβων
οι πυρκαγιές των δέντρων
τα κύματα της χλόης
ως πέρα στη θάλασσα
στις ακτές του ορίζοντα
στο βλέμμα του έκπληκτου φεγγαριού

Θανάσης Μαρκόπουλος
δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 80, Ιανουάριος - Μάρτιος 2008

Απόπειρα άλωσης


















Ξέρω

σκάβει το σώμα ο καιρός
ρίχνει τα χέρια στον γκρεμό
και πώς να σ' αγγίξω
είπα λοιπόν κι εγώ
να φορέσω το ψεύδος
γραφιάς και περιφέρομαι
κάτω απ' τις ντάπιες των ματιών σου
ακροβατώ στις λέξεις
ταλαντεύομαι
κι εσύ ανυποψίαστη
ολόκληρο με μπάζεις
από την πίσω πόρτα του μυαλού
μα πάλι
μια σπίθα απ' το κορμάκι σου
δε νιώθω στην αφή μου

Θανάσης Μαρκόπουλος
δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχ. 80, Ιανουάριος - Μάρτιος 2008

Τώρα η μοναξιά


Τώρα η μοναξιά

δεν είναι η κοπέλα του αλλοτινού καιρού
με το ελάχιστο κοκκινάδι στο μάγουλο
που την έπαιρνες το κατόπι
εκλιπαρώντας το βλέμμα της
κι όταν την κέρδιζες στο κίτρινο του φεγγαριού
αφηνόσουν σαν αμμουδιά στα κύματα
των χεριών της

Τώρα η μοναξιά
σε στριμώχνει καταμεσής του δρόμου
στον αγοραίο συνωστισμό
σου δίνεται απεγνωσμένα
και δεν πα να ουρλιάζεις σα ζώο εσύ
εκείνη επιτελεί το έργο της εν ψυχρώ
κι ύστερα αποσύρεται στη γωνιά
γλείφοντας τα ματωμένα της δάχτυλα.

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Το περίστροφο της σιωπής, 1996

Σαν έντομο


Τουλάχιστον εδώ είσαι κάποιος
Όταν λ.χ. έρθει η ώρα της αποδημίας
χτυπάει η καμπάνα
αποκλειστικά για σένα
κι όλοι ρωτούν ποιος φεύγει
και πέφτουν αποκρίσεις
παγωμένα πουλιά

Τουλάχιστον στο χωριό
δε φεύγεις σαν έντομο

Θανάσης Μαρκόπουλος
από τη συλλογή Ανοιγμένη φλέβα, 1991