Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Μια γυναίκα από άνεμο


Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ' ένα μόνο φύλλο - το χαμόγελό της.
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ' το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.

Γιάννης Ρίτσος
από τις Ασκήσεις, 1950-1960

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Γυμνό

Εδώ, στην ακαταστασία της κάμαρας,
ανάμεσα στα σκονισμένα βιβλία
και στα γεροντικά πορτραίτα,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι τόσων σκιών
μια στήλη ασάλευτο φως,
εδώ, σ' αυτή τη θέση
που 'χες γδυθεί μια νύχτα.

Γιάννης Ρίτσος
από τις Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου, 1938-1941

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μέρα Μαγιού: Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου



Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιέ που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκειά ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θαν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Επιτάφιος, 1936


Το Μάη του 1936 μια απεργία καπνεργατών παραλύει την πόλη της Θεσσαλονίκης. Η διαδήλωση παίρνει μεγάλες διαστάσεις και η αστυνομία του Μεταξά έχει σκληρές διαταγές ν' ανοίξει πυρ χωρίς προειδοποίηση. Το πλήθος μετράει 30 νεκρούς και πάνω από 300 τραυματίες.
Την επομένη, η εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσιεύει στην πρώτη σελίδα τη φωτογραφία μιας μάνας γονατιστής καταμεσής του δρόμου μπροστά στο σώμα του δολοφονημένου γιου της Τάσου Τούση.

(η φωτογραφία της μάνας που ενέπνευσε τον ποιητή)

Ο Γιάννης Ρίτσος αγοράζει την εφημερίδα και γυρίζει στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης. Κλείνεται μέσα δυο μέρες και δυο νύχτες.
Γεννιέται ο Επιτάφιος. Το βιβλίο εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα, αριθμό ρεκόρ για την εποχή. Λίγο αργότερα, στις 4 Αυγούστου, η δικτατορία του Μεταξά θα συμπεριλάβει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που θα καούν στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

Ο Επιτάφιος μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και ηχογραφήθηκε το 1960 σε 3 διαφορετικές εκτελέσεις.
1. Με τη Νάνα Μούσχουρη - Αύγουστος 1960 (ενορχήστρωση Μάνος Χατζιδάκις)
2. Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη - Σεπτέμβριος 1960
3. Με τη Μαίρη Λίντα και το Μανώλη Χιώτη - Οκτώβριος 1960



Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Βράδυ

Στεγνό σάλιο στο στόμα της μέρας
στεγνό
μήτε για να κολήσεις ένα γραμματόσημο
στο δελτάριο της μάνας σου
κι η σκόνη κολημένη
στα νύχια και τα μάτια
όπως η πίκρα στο πετσί της θύμησης.

Ανεβοκατεβήκαμε το βουνό
κουβαλώντας στη ράχη την πέτρα και το θάνατο
κάτω απ' τη βρισιά και το μαστίγιο
λογαριάσαμε το νερό και την πέτρα
τη ζωή και τον θάνατο
συνηθίσαμε - λιγόστεψε ο καημός
ακόμα κι ο θυμός λιγόστεψε
μονάχα η απόφαση δε λιγόστεψε.

Ανάμεσα στην αξίνα και στο φτυάρι της νύχτας
ξεκουράζονται οι σύντροφοι
με σφιγμένα τα δόντια
με τη γροθιά τους για προσκέφαλο.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μακρονησιώτικα, 1957
(Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στη Μακρόνησο, τον Αύγουστο
και το Σεπτέμβρη του 1949, στο Δ΄ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων,
πριν ακόμα μεταφερθούμε στο Β΄Τάγμα, πριν ακόμη ζήσουμε όλη
τη φρίκη της Μακρονήσου. Τα χειρόγραφα αυτά έμειναν θαμμένα
στο χώμα μέσα σε σφραγισμένα μπουκάλια. Ξεθάφτηκαν τον Ιούλιο
του 1950. Γ.Ρ. )

18. Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, - εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

Νάτη, πετιέται αποξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973

10. Το νερό

Του βράχου λιγοστό νερό, απ' τη σιωπή αγιασμένο,
απ' το καρτέρι του πουλιού, τη σκιά της πικροδάφνης,

Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά και το λαιμό σηκώνει
σαν το σπουργίτι και βλογά τη φτωχομάνα Ελλάδα.

Γιάννης Ρίτσος
Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Ο χώρος του ποιητή

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυ-
θρόνα, έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω
από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί
το συνομιλητή του, στ' άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες
στις λέξεις του, μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του,
απόμακρα, άτρωτα, παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων
στις λεπτές ανταύγειες ενός σαπφείρου που φορεί στο
δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος γεύεται τις εκφράσεις τους,
την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι υγραίνουν με τη γλώσσα
τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι εκείνος πανούργος,
αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος, ανάμεσα στο
ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια, σαν
ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος, ενώ
το φως του παραθύρου πίσω απ' το κεφάλι του τοποθετεί
ένα στέφανο συγγνώμης και αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του -
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

Γιάννης Ρίτσος
από την ανθολογία του Καστανιώτη
Ποίηση για την ποίηση, 2006

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Η άλλη πολιτεία

Υπάρχουν πολλές διασταυρούμενες μοναξιές - λέει - πάνω
και κάτω κι άλλες ανάμεσα. αλλιώτικες ή όμοιες, αναγκαστικές,
επιβλημένες ή σαν επιλεγμένες, σαν ελεύθερες - διασταυρούμενες
πάντα.
Όμως, βαθιά, στο κέντρο, υπάρχει μόνο η μια μοναξιά - λέει.
μια κούφια πολιτεία, σχεδόν σφαιρική, χωρίς καθόλου πολύχρωμες
ηλεκτρικές ρεκλάμες, καταστήματα, μοτοσυκλέτες, μ' ένα λευκό,
κενό, ομιχλώδες φως, διακοπτόμενο από σπινθήρες αγνώστων
σηματοδοτήσεων.
Σ' αυτή την πόλη κατοικούν από χρόνια οι ποιητές. Βαδίζουν
άηχα με σταυρωμένα χέρια, θυμούνται αόριστα, λησμονημένα
γεγονότα, λέξεις, τοπία, ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου,
οι πάντα απαρηγόρητοι, κυνηγημένοι απ' τα σκυλιά, τους
ανθρώπους, τους σκόρους, τα ποντίκια, τ' αστέρια, κυνηγημένοι
κι απ' τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Χειρονομίες, 1977

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Δευτέρα παρουσία

Φτάνουν, μακριά σειρά, μέσα στη νύχτα,
οι σκοτωμένοι.
κοιτούν τριγύρω. δοκιμάζουν τα κλειδιά.
ανοίγουν την πόρτα.
μπαίνουν στο σπίτι. ψάχνουν στα σκοτεινά.
δε βρίσκουν τίποτα.
Εσύ 'σαι κάτου απ' το κρεββάτι. Ετούτο το κρεββάτι
που είταν για να πλαγιάζεις πάνω του, τώρα
το σηκώνεις στη ράχη σου. Κι πίσω απ' την κουρτίνα
στέκεται σταυρωμένος ο ίσκιος του παράθυρου.
Οι νεκροί πια δεν ξέρουν διόλου γιατί πέθαναν.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Καστανιά

Εκεί πάνου, σαν αύριο, σκοτώσαν τους σαράντα.
Είκοσι χρόνια πέρασαν. Κανείς δεν είπε τ' όνομά τους.
Καταλαβαίνεις τη ζωή μας. Κάθε χρόνο,
σαν τέτοια μέρα, βρίσκανε κάτω απ' τις λεύκες
ένα σπασμένο κεραμίδι, δυο σβησμένα κάρβουνα,
λίγο λιβάνι.
ένα καλάθι με σταφύλια, ένα μελισσοκέρι
με μαύρη κάφτρα. Ούτε που πρόφταινε ν' ανάψει.
Τόσβηνε ο αγέρας.
Γι' αυτό, τα βράδια, κάθονται οι γριές στις πόρτες
σαν παλιά εικονίσματα,
γι' αυτό έτσι γρήγορα μεγάλωσαν τα μάτια των
παιδιών μας,
και σκυλιά μας κάνουν πως κοιτάν αλλού
όταν περνούν χωροφυλάκοι.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Άσπρο

Άσπρα χαλίκια ως πέρα. διαύγεια του σήμερα.
καθόλου θύμηση.
Εδώ είναι η θάλασσα, κι εδώ είμαι εγώ. θα καθήσω
σ' αυτή την πέτρα - λέει. Και κάθεται στην πέτρα.
Στο στύλο απέναντι, ένα πένθιμο αγγελτήριο.
Τι μόνοι πούναι οι πεθαμένοι στη λιακάδα.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Ερωτικό

Να 'ρθείς από τον άλλο δρόμο - του είπε. Το βράδι
είναι κίτρινο
με μια μαχαιριά τριανταφυλλένια. Σου 'χω ετοιμάσει
ένα άσπρο πουκάμισο. Το δείπνο είναι στρωμένο.
Μόνη μου τα 'σφαξα, τα μάδησα και τα μαγείρεψα
κείνα τα δυο πουλιά - θυμάσαι; Τ' άσπρα πούπουλα,
που τρέμουνε στο βραδινό αεράκι,
που αγγίζουνε τα χείλη σου και τα μαλλιά σου,
είναι από κείνα.

Γιάννης Ρίτσος
από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977

Περίπου

Παράταιρα πράγματα παίρνει στα χέρια του -
μια πέτρα, ένα σπασμένο κεραμίδι, δυο καμένα
σπίρτα, το σκουριασμένο καρφί στον απέναντι
τοίχο, το φύλλο που μπήκε απ' το παράθυρο,
τις στάλες που πέφτουν απ' τις ποτισμένες γλάστρες,
τ' άχυρο εκείνο πούφερε χτες ο αέρας στα μαλλιά σου -
τα παίρνει κ' εκεί στην αυλή του χτίζει περίπου ένα δέντρο.
Σ' αυτό το «περίπου» κάθεται η ποίηση. Τη βλέπεις;

Γιάννης Ρίτσος
Από τη συλλογή Μαρτυρίες, 1977