Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοχάρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοχάρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Κβαντομνημονική
Γίνονται σκόνη οι μέρες.
Σκορπούνε
- χνούδι ανθού της πικραλίδας.
Έρχονται - φεύγουν οι εποχές.
Παιχνίδι παδικό της μελιδόνας - της χελιδόνας.
Αυτό που τώρα θάλλει
αύριο θα 'ν' αιθάλη
κι εκείνο που θ' ανθίσει
το βράδυ θα μαδήσει
Ό,τι θυμάμαι είμαι
κι ό,τι φαντάζομαι.
Είμαι τα κβάντα της μνήμης μου.
Δυνάμει νεκρός.
Δυνάμει ζωντανός.
Η μνήμη τρέχει στο μέλλον.
Τρυπά το μυαλό μου.
Εφορμά να βγει απ΄το χρόνο.
Είμαι ο χρόνος.
Διανταίος
και
διαπερώμενος
Πού η αφετηρία;
Πού ο τερματισμός;
Πασχίζω να μη γίνω αιώνιο τώρα.
Νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει ...
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Σκορπούνε
- χνούδι ανθού της πικραλίδας.
Έρχονται - φεύγουν οι εποχές.
Παιχνίδι παδικό της μελιδόνας - της χελιδόνας.
Αυτό που τώρα θάλλει
αύριο θα 'ν' αιθάλη
κι εκείνο που θ' ανθίσει
το βράδυ θα μαδήσει
Ό,τι θυμάμαι είμαι
κι ό,τι φαντάζομαι.
Είμαι τα κβάντα της μνήμης μου.
Δυνάμει νεκρός.
Δυνάμει ζωντανός.
Η μνήμη τρέχει στο μέλλον.
Τρυπά το μυαλό μου.
Εφορμά να βγει απ΄το χρόνο.
Είμαι ο χρόνος.
Διανταίος
και
διαπερώμενος
Πού η αφετηρία;
Πού ο τερματισμός;
Πασχίζω να μη γίνω αιώνιο τώρα.
Νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει, ξημερώνει,
νυχτώνει ...
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Μνημοφυλάκιο παρομοιώσεων ΙΙ (2)
Όπως, καμιά φορά, λικνίζοντας το θυμιατό πάνω απ' το μνήμα, η μάνα μου αρχίζει μιαν άηχη κουβέντα, κι εγώ, που το αντιλαμβάνομαι απ' των χειλιών της την ανεπαίσθητη κίνηση, μετακινούμαι λίγο πιο πέρα, αφήνοντάς τη να συνεχίσει τα παθητικά κρυφομιλήματα με τον πατέρα.
*
Όπως φτάνει κάποτε η ώρα που το αβάσταχτο βάρος του χρόνου λυγίζει τα πόδια σου και λυπάσαι που δεν μπορείς να εκφράσεις σωματικά της ψυχής σου το φούντωμα, της ψυχής που τώρα πια κατοικεί σε ερείπια.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
*
Όπως φτάνει κάποτε η ώρα που το αβάσταχτο βάρος του χρόνου λυγίζει τα πόδια σου και λυπάσαι που δεν μπορείς να εκφράσεις σωματικά της ψυχής σου το φούντωμα, της ψυχής που τώρα πια κατοικεί σε ερείπια.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
Μνημοφυλάκιο παρομοιώσεων ΙΙ
Όπως η Αντιγόνη που κλαίει γοερά ζητώντας τη μάνα της, «Η μαμά μου ... αχ! θέλω τη μαμά μου ...» φωνάζει, και όταν μια κυρία τη ρωτάει, πού είναι η μαμά της, «πήγε να ψωνίσει και έχει αργήσει να επιστρέψει», της αποκρίνεται, και τότε την παίρνει και προσεκτικά την οδηγεί στο κρεβάτι της, η νοσοκόμος υπηρεσίας του γηροκομείου.
*
Όπως η ηλικιωμένη γυναίκα στο ημιώροφο του ξενοδοχείου, που, όσην ώρα παίρνει το πρωινό της, μονολογεί ψιθυριστά και νεύει σαν ν' απευθύνεται στα πιάτα και στα κύπελα, κι ύστερα διπλώνει με επιμέλεια ένα κομμάτι κέικ στη χαρτοπετσέτα και σηκώνεται ψιθυρίζοντας λέξεις απόγνωσης στο κέικ που θα γλυκάνει τον τρόμο της μοναξιάς της στο δωμάτιο τη νύχτα.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
*
Όπως η ηλικιωμένη γυναίκα στο ημιώροφο του ξενοδοχείου, που, όσην ώρα παίρνει το πρωινό της, μονολογεί ψιθυριστά και νεύει σαν ν' απευθύνεται στα πιάτα και στα κύπελα, κι ύστερα διπλώνει με επιμέλεια ένα κομμάτι κέικ στη χαρτοπετσέτα και σηκώνεται ψιθυρίζοντας λέξεις απόγνωσης στο κέικ που θα γλυκάνει τον τρόμο της μοναξιάς της στο δωμάτιο τη νύχτα.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Από μνήμης
Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου
Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν από την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ΄εκείνον το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ' αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στον μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μήν κάθεσαι στο κρύο. Θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν' αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δελφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν από την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ΄εκείνον το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ' αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στον μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μήν κάθεσαι στο κρύο. Θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν' αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δελφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Τρίτη 24 Ιουνίου 2008
Σαν εραστές παράνομοι
Source: MFA, Boston
Θα φύγουμε μια μέρα από τη γη
έχοντας ζήσει μια ζωή με την ψυχή στο στόμα.
Σαν εραστές παράνομοι
που συναντιούνται σύντομα
κι όλο χρωστάει ο ένας του άλλου.
Σαν εραστές παράνομοι
πάντα με το 'να χέρι αγκαλιασμένοι,
όρθιοι σε δωμάτιο σκοτεινό.
Πάντα με το 'να χέρι αγκαλιασμένοι.
Τ' άλλο να σπρώχνει, μια ζωή, αντίθετα
μια πόρτα μην ανοίξει.
έχοντας ζήσει μια ζωή με την ψυχή στο στόμα.
Σαν εραστές παράνομοι
που συναντιούνται σύντομα
κι όλο χρωστάει ο ένας του άλλου.
Σαν εραστές παράνομοι
πάντα με το 'να χέρι αγκαλιασμένοι,
όρθιοι σε δωμάτιο σκοτεινό.
Πάντα με το 'να χέρι αγκαλιασμένοι.
Τ' άλλο να σπρώχνει, μια ζωή, αντίθετα
μια πόρτα μην ανοίξει.
Γιώργος Θεοχάρης
από τη συλλογή Αμειψισπορά, 1996
Ξανακοιτάζοντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες
3Η γιαγιά Σοφούλα. Μαντήλι μαύρο, μαύρο πουκάμισο
και μαύρο μεσοφόρι. Μ' άλλη μπογιά ρούχο δεν έβαψε.
Φωτογραφία του "52. Μόνο λευκό τ' ασβέστωμα του
τοίχου πίσω της.
Το τέλειωσα, γιαγούλα, το γυμνάσιο. Χιονίζει εδώ και
χρόνια στο κεφάλι μου, μ' ακόμα λαχταράω τα λάχανα
γιαχνί που μου μαγείρευες.
Γιώργος Θεοχάρης
από τη συλλογή Ενθύμιον, 2004
Περιστατικά της μνήμης
Περιστατικά της μνήμης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




