Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Οι Πήγασοι
























Θυμηθείτε τα άλογα του Ε.Λ.Α.Σ. στην τελευταία τους διαδρομή
Από τη συμφωνία της Βάρκιζας ως τις πλατείες των χωριών
Πώς τα βάραιναν οι αναβάτες ακόμα κι όταν ξεπέζευαν
Ξαρματώνονταν απίθωναν τον οπλισμό τους στο σωρό
Και σκούπιζαν τα δάκρυα με το μανίκι της χλαίνης
Ή την ανάστροφη του χεριού το βάρος στο κορμί
Ακόμα κι όταν ακολουθούσαν με σκυμμένο κεφάλι
Γνωρίζοντας πως τα στρατοδικεία ανασκουμπώνονταν γιατί
ο θάνατος δεν μπορούσε να περιμένει ούτε το παζάρι
Όπου με λίγα χιλιάρικα άλλαζαν σέλλα με σαμάρι
Κουβαλώντας γεννήματα ξύλα υλικά οικοδομών και το
Βαρύ φορτίο των χαροκαμένων μανάδων σε ποιες πλαγιές
Ανελέητες βροχές ξάσπρισαν τα κόκκαλά τους πού΄
Φέγγουν ακόμα στο λησμονημένο τοπίο της αντίστασης
Ανάμεσα σε λουλούδια με πορφυρά πέταλα και μαύρους
Στήμονες κοινώς παπαρούνες.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Χρονοσυλλέκτης, 2011
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Εικόνες από παρωχημένο χρόνο (επιλογή)


      

                              Ι
Έντεκα μήνες το χρόνο το σπίτι είναι δικό τους, μπαίνουν
Από παντού κανένας δεν τους εμποδίζει ψάχνουν για μια
Φωτογραφία των δισέγγονων στο ξεχασμένο λεύκωμα
Αφημένο επίτηδες στην εταζέρα του τζακιού πλάι στις
Δικές τους το καλοκαίρι βρίσκουμε απομεινάρια από κούτσουρα
Στο τζάκι - παλιά θαλπωρή - με τα δέντρα γυμνά στον κήπο
Κι τη βροχή ν' ακούγεται καθώς ροβολάει κουβαλώντας
Αστραπές κι αστροφεγγιές στη βυθισμένη μας στέρνα.


                                     ΙΙ
Ο πατέρας καθισμένος κάτω από την περγουλιά στη αυλή
Ν' αγναντεύει τη «Μπέρτσια» απέναντι και μακρύτερα
Τη «Ρονίτσα» τα δέντρα τους που διαγράφονται στις κορφές
Από την εποχή που νομίζαμε πως ο κόσμος εκεί
Τελείωνε και δεν μας χρειαζόταν κανένας άλλος
Ο χρόνος όμως κρατούσε το τσεκούρι του κι άνοιγε
Δρόμους για μια θαυμαστή περιπέτεια ολόκληρης
Ζωής που κράτησε τόσο απελπιστικά λίγο.


                                 ΙΙΙ
Δεν ωφελούν τα δάκρυα αλλά τι είναι εκείνο που
ωφελεί τώρα που δεν υπάρχει καιρός να διορθωθεί
Καμιά ζημιά και μέρα με τη μέρα μας περικυκλώνει
Η έρημιά ακούγονται οι οιμωγές της απόμακρες
Στην αρχή με τον καιρό πιο κοντινές ορισμένες κάνουν
Πως δεν ακούνε ή υποκρίνονται διώχνοντας τις
Απειλές ορθώνοντας το ανάστημα πουλώντας ακριβά
Το τομάρι τους γνωρίζοντας «πως ο εφιάλτης θα φανεί
Στο τέλος και οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε».


                               IV
Δεν ωρελεί ν' ακουμπάς στον ώμο μου και να
Κρατιέσαι μην κλάψεις ας πούμε πως όλα
Ήρθαν όπως έπρεπε κι ας πέρασε σχεδόν μια
Ζωή με την αναμονή καλοκαιρινών διακοπών
Για να σε βλέπω από χρόνο σε χρόνο να πλουταίνεις
Με τα δώρα που σου χάρισε απλόχερα ο Θεός
Μονάχα που πολλές φορές ξυπνάς με μουσκεμένο
Μαξιλάρι και κοιτάς στον ουρανό προς τη μεριά
Της απαρηγόρητα γερασμένης πατρίδας.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Χρονοσυλλέκτης, 2011
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Μεσοπόλεμος (Μαρτυρία υπαλλήλου βιβλιοπωλείου)


Έρχονται και ρωτούνε έχετε ποίηση;
Στο υπόγειο τους απαντώ κατεβαίνουν
Φτάνοντας φοράνε τα γυαλιά τους διαβάζουν
Τους τίτλους και τα ονόματα των ποιητών
Ξεφυλλίζουν τα βιβλία ψάχνοντας για το
Μήνυμα- σημείωμα σε μπουκάλι ριγμένο στο
Πέλαγος των στίχων - σταλμένο από ένα χέρι
Που είχαν τόσο αγαπήσει για να 'χουν να
Πορεύονται στο ναρκοθετημένο πεδίο στους
Δύο πολέμους ανάμεσα θωπεύουν τα εξώφυλλα
Κι είναι σαν να κλείνουν τα μάτια των ποιητών
Τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να
Κυττάνε ανεβαίνουν τις σκάλες άδειο βλέμμα
Άδεια κρεμασμένα χέρια παραπατούν ως την
Πόρτα κατόπιν τους παίρνει το ποτάμι της
Κίνησης και τους αποθέτει στη επικινδυνότητα
Των στροφών τσίγκινα εικονοστάσια με πλαστικά
Άνθη και σβυστά καντήλια.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Έρημα, 2008
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Τρίπτυχο


                              Ι
Θεέ μου μην αφήνεις την καρδιά μου μονάχη
Ειδικά τώρα που κουράστηκε να χτυπά
Και ξεχνά παθαίνοντας συχνά διαλείψεις.


                            ΙΙ
Τίποτα δεν είναι για πέταμα
Ακόμα κι ένα σταματημένο ρολόι
Δείχνει τη σωστή ώρα δυο
Φορές το μερόνυχτο.


                           ΙΙΙ
Πάντα θα γλυτώνει από το ποίημα ένας στίχος
- Ο λαγός από το βρόχι το κοτσύφι απ΄την παγίδα -
Να χαίρεται λεύτερος στην καταιγίδα
Κι απ' το τραγούδι ο πιο θεσπέσιος ήχος
Τώρα για όλα αυτά μου θυμίζουνε Πατρίδα;


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Έρημα, 2008
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Μάνα


Henri Matisse-armony in red

Έφυγες κι έγειρε
Επικίνδυνα το σπίτι

Να 'ταν κοντά σου η Ήπειρος
Να σε κλάψει

Κι η Νεμέρτσκα να σου
Κλείσει τα μάτια

Ας είναι ελαφρύ το ποίημα
Πού σε σκεπάζει.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Σώμα κινδύνου, 2004
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Σώμα κινδύνου (επιλογή)

S.Dali

                                      Ι
Ύστερα από σαράντα τόσα χρόνια συνειδητοποιείς
Πώς ακουμπάς με τον ίδιο τρόπο το ποτήρι στο δίσκο
Περνάς τα δάχτυλα στα μαλλιά σου - τα κάτασπρα πια -
Λαχταράς το βλέμμα των γιων σου και δεν μπορείς
Να ολοκληρώσεις μια πρόταση με αγαπημένα πρόσωπα σε
Ανταμώματα και χωρισμούς χωρίς να σε πνίγει ο λυγμός
Ο ίδιος εκείνος που τράνταζε το στέρνο του πατέρα σου.


                                   ΙΙΙ
Ανοίγεις το συρτάρι κι απ' τα παλιά χειρόγραφα
Λέξεις πεταλούδες σ' αιφνιδιάζουν καθώς πετώντας
Πολυχρωμούν το δωμάτιο κι η χειροβομβίδα που
Ακούμπησες βιαστικά - για να προλάβεις τι;- σ' ένα
Στρώμα σκουριάς τυλιγμένη χωνεμένη φωτιά με
Ακυρωμένες όλες τις μελλοντικές της εκρήξεις.



Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Σώμα κινδύνου, 2004
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα \
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ερωτικό

sculpture by Eva Antonini

Τίποτα δεν σε χωρίζει απ' το κορμί μου
Καμιά ιδέα δεν μπαίνει ανάμεσά μας
Τ' ακροδάχτυλα πυγολαμπίδες στο σκοτάδι
Πάνε κι έρχονται στα χρόνια μας στο
Δέρμα π' ανατριχιάζει σαν σε θυμάται
Και τα φιλιά τζάκι αναμμένο όλη
Νύχτα ως το νοτισμένο πρωινό που
Χτυπάει την πόρτα τουρτουρίζοντας.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Σώμα κινδύνου, 2004
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Επισημάνσεις (επιλογή)


                                    Ι
Στα ποιήματά μου πολλές φορές θα συναντήσεις
Τις λέξεις : Νεμέρτσκα δάσος βελανιδιά
Βατομουριές όμως τ' όνομά της μονάχα μια φορά
Καθώς χαμογελώντας διασχίζει ντυμένη
Στ' άσπρα τους γκρίζους φράχτες των στίχων μου
Ανθισμένο γιασεμί στο σκοτεινό όνειρό μου.

                                 ΙΙΙ
Θέλω ν' ακουμπάω πάνω σου με την εμπιστοσύνη
Του βλέμματος στο βουνό να σε βλέπω εκεί που
Σε πρωτοαντίκρυσα να κόβεις φέτες το φως
- Καθώς τρίπωνε να κρυφτεί στο δωμάτιο - για
Τους χειμερινούς εφιάλτες σου να σε κρατώ
Σφιχτά πατώντας γερά στους στρωτήρες με τις
Ράγιες βιδωμένες πάνω τους όχι μήπως μου φύγεις
Αλλά για να μείνω μαζί σου όταν το τραίνο ουρλιά-
ζοντας θα 'ρθει καταπάνω μας από τις γαλαρίες του
Μέλλοντος και δεν θα υπάρχει καμιά ελπίδα πια.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Σώμα κινδύνου, 2004
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011),2013

      

Μόνον

          
Joe Mirassi


                                                                            «Μόνον δια της λύπης ...»
                                                                                          Β. Λεοντάρης

Μόνον διατί μου λείπεις κάθομαι και σου γράφω ποιήματα
μόνον
Διότι η στέρηση είναι κακός σύμβουλος
ψάχνει για συνεργούς
Ξεφυλλίζει βιβλία μηρυκάζει γεγονότα με νυσταλέο βλέμμα
Ρημάζει τις τελευταίες αναμνήσεις εφευρίσκει τρόπους να
Υπάρξουμε μακριά σου ενώ δεν αντέχεται η απουσία κι εδώ
                                Που τα λέμε
Ποιός στίχος αντέχει το βλέμμα σου ή τα χείλη σου
κι ας μην
Πούμε για τα δάχτυλα όπου καταφεύγει η ψυχούλα σου και
                              Τρέμει μην χαθούμε
Ποιό ποίημα μας κόβει την ανάσα όπως η θέα
του κορμιού σου
                               Πες μου ποιό.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Σώμα Κινδύνου, 2004
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Αναφιλητά για την Ελένη


Πώς να σε τραγουδήσω; Τα φωνήεντά σου
Βορά στων ποιητών τ' ασκέρι
Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη.

Μεν σε ξεγελά τα χαμόγελό μου
Όπου κι αν μ' αγγίξεις πληγές.

Φόρεσε σκούρα γυαλιά
Τα μάτια σου με σφάζουν.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα: Τα λαβωμένα, 3
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα,
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Το ανώφελο μέλλον


Ψάχνοντας για στίχους σκόνταψα σ' ένα λησμονημένο
Ποίημα οξειδωμένο απ' τον καιρό τι ιστορίες κι
Αυτές με τα ξεχασμένα ποιήματα τι ιστορίες
Θαμμένες αυτές οι γκρίζες κραυγές ή έστω οι
Ψίθυροι αυτών που κάποτε υπήρξαν όμοιοί μας
Με τα καθημερινά συμβάντα να τους σταυρώνουν
Ανυποψίαστους σε στάση αναμονής μιας καλλίτερης
Ώρας ή τουλάχιστον στην πιθανότητα ενός
Απογευματινού καφέ μ' έναν δίσκο στο γραμμόφωνο
Κι ένα βιβλίο στα γόνατα τι έμεινε απ' όλα
Αυτά και τι θα μείνει από τούτο το ποίημα
Που επιμένει να αλυχτά όλη τη νύχτα στην αυλή μου
Μη τυχόν και με πάρει ο ύπνος και σε ξεχάσω.


Τάσος Πορφύρης
από τη σλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 3
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Αναφιλητά (επιλογή)





                                                     20ος αιώνας
Οι μεγάλες ασφαλτοστρωμένες λεωφόροι
Είναι το πένθος της γης για τα καμένα
Δέντρα τα θαμμένα ποτάμια και τα
Λησμονημένα περιβόλια.

                                                         Χριστουγεννιάτικο
Στους δρόμους στημένα τα έλατα τα μικρά κλαίν
Το χωρισμό και γλείφουν τις πληγές τους και μες
Σε κάμαρες ζεστές οι φωτισμένες τους κορφές
Στέλνουν απεγνωσμένα τα S.O.S. τους.

                                                                 Όνειρο
Όλη τη νύχτα σ' ονειρευόμουνα κούρνιασες
Στο λογισμό μου σταυροπόδι δεν
Μ' άφηνες να κάνω βήμα με φίλευες
Λιχουδιές και με φιλούσες σαν να
Επρόκειτο να με χάσεις ή να ξυπνήσω.

                                                         Κουτσό ποίημα
Κουτσό ποίημα καθυστερώντας στις στροφές
Οι στίχοι γέρνουν επικίνδυνα προς τη μεριά σου
Αστείο πράγμα να σκαρφαλώσει - προσπαθώντας -
Στα μαλλιά σου ανυπεράσπιστο ποίημα σέρνεται
Στη σελίδα εκλιπαρώντας μια ματιά σου.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 2
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Πατρίδα (απόσπασμα)

                                          Ι

Δεν σε φωνάζω με τ' όνομά σου γιατί ξέρεις ότι γράφω
Μονάχα για σένα και κείνο το χειροσφίξιμο και το
Πλέξιμο των δαχτύλων - ενώ μας εκμηδένιζε το κλαρίνο
Μεταμορφώνοντας μας σε δύο όμοιες στάλες
πρωινής δρόσου
Στις καλαμποκιές - για την ανάσα σου στη φωλιά του
Ώμου μου τα μαλλιά σου σκοτεινό αδιαπέραστο δάσος το
Βλέμμα σου να μου αλλάζει σεντόνια εκεί πλάι στο
Νερό του ποταμού - ανάμεσα στις πληγωμένες ιτιές
Από τα μαχαίρια των αηδονιών - και στις φροντίδες
Των εποχών στην αγκαλιά της πατρίδας επιτέλους.


Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 2
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Το δέντρο


Poems are made by fools like me
but only God can make a tree
(Joyce Kilmer, 1886-1918)

Αυτό το δέντρο δεν έχει τίποτα να κρύψει πια
Γυμνά κλωνιά νεκρά άκαμπτα μέλη απομεινάρια
Από αετοφωλιές κούφιο κορμί παλιό ενδιαίτημα
Αγριμιών ριζες κυρτές ξασπρισμένες από ενέδρες
Ερπετών και το ανήλεο σφυροκόπημα τηςμπόρας
Αυτό το δέντρο στην ανάσα του γκρεμού απο-
γειώνεται μπαίνει στην τροχιά των ονείρων
Εξουσιάζοντας την περιοχή όπου φέγγουν τα δάχτυλα
Σου στο σκοτάδι καθώς χτυπάνε τα πλήκτρα της
Νύχτας κι είναι τρελλό πέταγμα πουλιών αυτή η
Λαχτάρα - καθώς κυματίζει μέσα μου ξυπνώντας
Ξεχασμένους παιάνες ανακαλώντας μνήμες από
Χαμένες μάχες - να μη σε χάσω.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Ενότητα : Τα λαβωμένα, 2
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Αποκατάσταση


Φυλλομέτρησα παλιά βιβλία για να σε συναντήσω
Δυσκολεύτηκα να σ΄αναγνωρίσω καθώς σ' είχαν ντύσει
Τόσα στολίδια τόσες ρίμεςτο φόρεμα πεταμένο στην άκρη
Οι μπογιές στο πρόσωπο ανακατεμένες με δάκρυα κι ένας
Έρωτας αποκαμωμένος ύστερα από ένα μπουκάλι φτηνό
Κρασί με χαμένες εκείνες τις «μικρές άσπρες φωνές»
Ανάμεσα στις απεγνωσμένες κραυγές της πτώσης στο
Βάραθρο της απελπισίας ποιος μίλησε για φεγγάρια
Κι ανοιχτούς ορίζοντες. Εσύ που γνώρισες τους σκοτεινούς
Δρόμους του πάθους μισή ενοχή και μισή λαχτάρα
Με το φιλί ανάμεσα απαγχονισμένο ξεφωνίζοντας
Σ' έρημες στοές γκρεμίζοντας τους βράχους της μοναξιάς
Ναρκοθετώντας περιοχές όπου ανίδεοι μηρυκάζαν
Τον βολικό έρωτά τους πώς κατάντησες έτσι ανάμεσα
Σ' ένα σύζυγο και σ' ένα γραφείο πώς πάχυνες.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τα λαβωμένα, 1996
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

¨Οταν περαστικός ...


Όταν περαστικός θα σκέφτεσαι πως ήταν ανώφελη
η θυσία
Θα 'ρχεται η φωνή του εκφωνητή και θα σου σπάει
τα τύμπανα
Η πύλη θα γκρεμίζεται παρασέρνοντας
τα επιχειρήματά σου σαν κορμιά
Ο φαντάρος που αρνήθηκε να ρίξει θα εκτελείται
από σένα
Οι αστυφύλακες θα λιάζονται και θα σε κοροϊδεύουν
Θα βραχνιάζεις στα γήπεδα για μια πετυχημένη κλωτσιά
Θα νοστιμίζεις τη ζωή σου με ακίνδυνα πάθη
Χαζοξενυχτώντας παίζοντας χαρτιά καρφώνοντας
τους φίλους σου
Που χθες φιλούσες ψάχνοντας για σκουριασμένο αίμα
σε ήρωες
Παλιών συμβάντων ενώ θα πουλάς το δικό σου
για ένα κομμάτι ψωμί
Χλευάζοντας ό,τι με κράτησε ζωντανό τόσα χρόνια
Δεν θα την άντεχες τέτοιαν υπομονή και στέρηση
Συνηθισμένος να ξοδεύεσαι σε επιταγές τόσων -ισμών
Σε βοηθούν και τα φαιδρά καμώματα του καιρού
αναθεωρήσεις
Κόντρα σε αναθεωρήσεις απομυθοποιήσεις
και μυθοποιήσεις των
Απομυθοποιήσεων βολεύτηκες βρήκες τη γωνιά σου
                           Όμως τι θέλει
Τούτη η πίκρα π' ανεβαίνει στο κορμί υδράργυρος σε
Θερμόμετρο και ποιος θα τη λογαριάσει;
Όσοι θα μπορούσαν αναπαύονται στα βιβλιοπωλεία
- Κάθε γνήσιο αντίτυπο φέρει την υπογραφή
του κληρονόμου -
Όσοι γλύτωσαν καμώμονται πως δεν έχουν καιρό
Στήσαν σπιτικό μεγαλώνουν παιδιά προσμένοντας
Τα είκοσι τους χρόνια για να σωθούνε.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Ονειρεύτηκα πάλι ...


Francoise Nielly

Ονειρεύτηκα πάλι το γκρίζο μου όνειρο
Έρχεται και ξανάρχεται παλιά πληγή
που δεν λέει να κλείσει
Είναι ένα παραμελημένο περιβόλι η πόρτα του σάπια απ'
Τη βροχή ο φράχτης του ένας σωρός πέτρες
Όσα κλήματα γλύτωσαν σκαρφάλωσαν σ' αγριοκερασιές
Ταϊζουν κάθε χρόνο τα πουλιά και τον άνεμο
Εκεί περιφέρεται περίλυπη ανάμεσα στα δέντρα
Μιλάει στα σύννεφα κι εκείνα βρέχουν μπορεί
Να κλάψει ελεύθερα είμαι κρυμμένος πίσω
Απ' τον κορμό μιας Βελανιδιάς δεν αντέχω άλλο
Τρέχω ανοίγοντας τα χέρια και χάνεται στην αγκαλιά μου
Και βρέχει σκέφτομαι πως είναι όνειρο
- Θε μου πόσος σπαραγμός χωράει σ' ένα όνειρο -
Είναι χιλιάδες μίλια μακριά μπορεί να μην την ξαναδώ
Συνηθισμένη ιστορία - θα πείτε -
άλλοι την ξεπερνούν εύκολα
Μα εγώ τη φοράω κατάσαρκα χειμώνα καλοκαίρι

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Έτσι ξεκινάει ένα ποίημα


photo art Kyle Thompson

Έτσι ξεκινάει ένα ποίημα
Με μεγάλα περιθώρια να σε χωρέσει ολόκληρον
Με αποθέματα αναπνοών για τις κραυγές σου
Με σιωπές κυκλωμένες από μαχαίρια
Να το διώξεις να μην σε παιδεύει άλλο
Κάτι συμβαίνει και στην πρώτη στροφή το χάνεις
Ψάχνεσαι απεγνωσμένα για τσιγάρο
Εδώ ήσουν αγαπημένη ασφαλισμένος
Στάθηκα να ιδώ την πόλη λίγο
Γύρισα είχες φύγει ...
Σ' έψαξα τρελλός στους περαστικούς
                           Σ' έχασα
Είκοσι χρόνια σε φροντίζω      
Άϋπνος φτάνω αργά στη δουλειά
Κλέβω τα φωνήεντα απ' τους στίχους
Μη σου λείψει τίποτα
Με κάνεις ό,τι θέλεις όπως το ποίημα.

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Η πέμπτη έξοδος, 1980
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Εδώ θα ζήσουμε


Εδώ θα ζήσουμε
Πατώντας αυτό το χώμα
Π' ανθίζει από το αίμα
Κάθε χρόνο παπαρούνες
Πλάϊ στα σπίτια με τις πολεμίστρες
Περνώντας πάντα βιαστικοί
Σκύβοντας στο επικίνδυνο σημείο
- Γιατί πάντα κάποιος μας σημαδεύει -
Κρατώντας σφιχτά τον χαρτοφύλακα
Που κάποτε ήταν αυτόματο
- Ε! φίλε, απ' τον καιρό που πέφταν αστραπές
Και σ' έχανα και σ' εύρισκα
Πλάϊ σε πεσμένα δέντρα
Καιρός να μάθεις την καινούργια γλώσσα
Να πηγαίνεις ορισμένη ώρα στο γραφείο σου
Να βγαίνεις τα Σαββατοκύριακα με συντροφιά
Προσπάθησε να σβύσεις τη φλόγα του κεριού
Που ζωγραφίζει μάχες στους τοίχους
Κι αν δεν τα καταφέρεις
Άφησε τη βορεινή πόρτα ανοιχτή
Να την τελειώσει ο άνεμος
Ζήσε σαν χθεσινός μελλοθάνατος
Που την τελευταία στιγμή ο αποσπασματάρχης
Αντί του «επί σκοπόν» κραύγασε: «τους ζυγούς λύσατε»
Ξεμπερδεύοντας με την εποχή των μαρτύρων
Ανοίγοντας την πόρτα σε μια καινούργια έκταση
Με τους ανεμοδείχτες να γυρίζουν τρελλά
Με τα όνειρα θερισμένα κι έναν κατακόρυφο ήλιο
Να τους βάζει φωτιά
Ώσπου μια βιβλική βροχή να τα εξαφανίσει όλα
Χωρίς καινούργια κιβωτό χωρίς ελπίδα πια

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Τοπία, 1973
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
Ποιήματα (1961-2011), 2013

Δάσος


Τελικά έτσι τα κατάφερα ν' αφήνω μια δουλειά μισο-
Τελειωμένη
και ν' αρχίζω άλλη
Με σένα πίσω από κάθε πόρτα
Το είδωλό σου σε κάθε καθρέφτη
Τρελλαίνοντάς με
Ξεφλουδίζοντας τον ύπνο μου
Μασουλώντας το από μέσα των ονείρων
Βρες ένα τρόπο να με λυτρώσεις
Να ξυπνώ και να 'μαι το αύριο
Γιατί μετρώ τα χρόνια μου και μένει
Ένας βροχερός Οχτώβρης και μια
Μεγάλη περιπλάνηση στις ακρογιαλιές του κορμιού σου
Πού να σε μεταφυτέψω να φθίνεις χρόνο με το χρόνο
Γιατί εδώ ρίζωσες και θέριεψες
Λουλουδίζεις χειμώνα καλοκαίρι
Καταργώντας τις εποχές
Σκάνε οι καρποί σου τις νύχτες πολύχρωμα βεγγαλικά
Γεμίζοντας ένα γύρω την έκταση
Θα γίνεις δάσος και θα πνίξεις το σπίτι
Θα με σταυρώσεις στα κλωνάρια του

Τάσος Πορφύρης
από τη συλλογή Flashback, 1971
Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα
(Ποιήματα 1961-2011), 2013