Salvador Dali
Δεν
είναι ο ίδιος πια για τους παλιούς του φίλους
ή
μήπως είναι, αλλά παρατημένος σαν τους ανάπηρους πολέμουπου όλο ζητούν κάτι, ενοχλητικά, σαν να το δικαιούνται.
Άλλαξε
οικογένεια συνήθειες και ντυσίματα
χτένισμα
στα μαλλιά τηλέφωνα και διευθύνσειςμένει σε γειτονιές απίθανες στα παλιά στέκια δεν συχνάζει
χρόνια και χρόνια δεν έστελνε κάρτες και χαιρετίσματα
έρχονταν κι έφευγαν γιορτές κι ούτε μια υπόμνηση
αν ζει αν πέθανε τι γράφει ή αν στέρεψε.
Στο
μεταξύ άλλοι γινόντουσαν πατέρες άλλοι πεθεροί
καθηγητές
εκδότες βουλευτές και συγγραφείςκι ο λόγος του ο καλός χαμένος όπως τα χρόνια του.
Χρόνια
του τίποτε, νωθρά μέσα στην κίνησή τους
χρόνια
κούφια, αλκοολικά, σε μια οθόνη απέναντιμε τσούλες να του τρων το βιός και να παράγει αδιάλειπτα
χρήματα μετοχές και σπίτια κι αυτοκίνητα και καταθέσεις
για να τα τρώνε πάλι.
Και
τώρα έρχεται να ξαναζητήσει τα χνώτα τους
να
μπει ξανά στους χώρους και στα σαλόνια τουςνα παρεισφρήσει ξαφνικά στη σκέψη και στο λόγο τους
να παίξει με τους όρους τους παλιούς τους ξεχασμένους.
Έχασε
όμως. Όσοι μπορούσαν να τον ξαναβάλουν στο παιχνίδι αποδήμησαν
στο
στρώμα που άπλωσε εκεί πια θα κοιμηθεί ως την ανάστασηαπό το σπόρο το μεταλλαγμένο που έσπειρε
μεταλλαγμένη πραγματικότητα τώρα θερίζει
χωμένος ως τα μπούνια στο μικρόκοσμό του ο διευθυντής
που ήταν ποιητής των ασημάντων, ο ποιητής που ήταν
διευθυντής του μηδενός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου