στο
περιτοίχι εσωτερικά
των
μνημάτων oι κατακόρυφες πλάτες
αγναντεύουν
ορίζοντες σιωπής
στοιβαγμένους
στο
παγωμένο αδιαχώρητο του χρόνου
στο
περιτοίχι του νεκροταφείου εξωτερικά
ακοίμητες
γκράφιτι μορφές
μάταια
προσπαθούν να σηκώσουν για χορό
των
τσιμεντόλιθων το άκαμπτο γκρι
βαριά
η επίγνωσή τους πως γρήγορα ή αργά
ακόμα
και τα παιδικά χέρια που με σπρέι τις έπλασαν
στη
μέσα μεριά θα καταλήξουν
ο
ζωοδότης ήλιος τονίζει το κυπαρισσί
μαραίνει
τις ανθοδέσμες
ζωντανεύει
τα με σάρκα λιπασμένα αγριόχορτα
που
ξεφυτρώνουν σφύζοντας από ζωή
στης
αρτιότητας τις χαραμάδες
το
μάρμαρο ξεθωριάζει
θες
η όξινη βροχή της πόλης;
το
απορρυπαντικό; τα δάκρυα; το λιβάνι;
θες
οι κηλίδες από ελιάς λάδι;
του
βλέμματος η πίκρα;
τα
αναπάντητα γιατί;
μόνο
λευκό πια δεν είναι
το
περιτοίχι του νεκροταφείου
βιβλιοθήκη
παλαιών χειρόγραφων βιβλίων
Λόγου
Αισθήσεων και Σκέψης
φορείς
αλλοτινούς φιλοξενεί
ύλης
απομεινάρια
που
κάποτε ήταν δράση πόνος χαρά
ώσπου
να γίνουν ένα ξανά με τη μάνα γη
κι
η ανέμη πάλι ν’ αρχινήσει
(μόνο
με σάρκας κοπριά βλασταίνει
ζωή
ενσαρκωμένη)
Γιώργος Ρούσκας
από τη συλλογή Ως άλλος Τάλως, 2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου