Μαδέρι
το μαδέρι από πεύκο μυρωδάτο
Του
τόπου τούτου διαλεχτό
Με
νομείς ασφαλισμένους και τα μόρσα
Με
καρφιά που φτιάχτηκαν στο χέρι μου
Το
δρύινο ξύλο πελεκώντας
Και
χτυπώντας επιδέξια τον χαλκό
Κυπαρισσόξυλο
καρφώνοντας στη γάστρα
Διάλεξα
περνιά κι αγριοξιά
Για
τα κουπιά και το τιμόνι
Με
πέτρα έστρωσα για έρμα μια σειρά
Βρεχάμενα
ξύλα πότισα με λάδι και ρετσίνι
Κι
όταν τραβώντας το καννάβινο σκοινί
Στο
κατάρτι ένα πανί υψώθηκε λινό
Και
είδα πως ήταν των ονείρων μου καράβι
Το
κρεμασμένο τότε στον λαιμό μου φυλαχτό
Γονατιστός
προσκύνησα κι είπα ευχαριστώ.
Διάλεξα
ναύτες να έχουν πάθος για ταξίδια
Κι
εγώ από ναύτης μιας σχεδίας τσακισμένης
Έγινα με το καράβι αλίδρομος θαλασσομάχος
Γιατί όταν ήρθε ο καιρός και φύσηξε
Απηλιώτης
Στ’
αμέτρητα ταξίδια μου σ’ ατέλειωτο γιαλό
Σκορπούσα
μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα
Καθώς
τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτερός χαλκός
Κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο
ελπίδα
Γύριζα
με το καράβι φορτωμένο φως.
Νίκος Νικολάου - Χατζημιχαήλ
από τη συλλογή Πικρόλιθος, 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου