μιὰ
φορὰ κι ἕναν καιρὸ â ὅταν
τελείωσε τὸ ἔργο του τὸ πολλαπλὸ â τὸ ἔργο του τὸ μέγα â ξέμεινε
λίγο ἀπ᾽ τὸ πολύτιμο ὑλικὸ στὸ Χέρι του.
γιὰ
μιὰ στιγμὴ â τὸ κοίταξε â τὸ
ζύγισε â τὸ χάιδεψε â ἄναψε
μέσα του φωτιὰ â ἔριξε τὴν πιὸ καυτή του λάβα â ψιθύρισε
λόγια μυστικὰ â τοῦ φύσηξε τὸ συνειδὸς â καὶ
τό ᾽πλασε μὲς στὴν παλάμη του â μιὰ τέλεια μικρούλα σφαίρα.
μὰ πρὶν
προλάβει â νὰ σκεφτεῖ τί θὰ τὴν κάνει â τὰ
κουρασμένα βλέφαρα ἔκλεισαν â ἄνοιξε ἡ παλάμη â ἡ
σφαίρα κύλησε â καὶ μέσα στὸ ἀπέραντο γαλάζιο τ᾽
οὐρανοῦ â ἀενάως ἀπὸ τότε ταξιδεύει.
κανένας
δὲν γνωρίζει â ἂν τοῦτο τὸ ὑπέροχο ταξίδι της â σὲ
κάποια στιγμὴ θὰ τελειώσει â ἂν θὰ τελειώσει μ᾽ ἕναν βρόντο â ἢ
μ᾽ ἕναν λυγμὸ â ἢ κάπου ἀλλοῦ â σὲ
κάποια μακρινὴ γωνιὰ â τῶν ἄγνωστων â κι
ἀπρόσιτων συμπάντων â μὲ νέα ἰδέα â μὲ νέα πνοὴ â μιὰ νέα ζωὴ â ξανὰ â θὰ
ξεκινήσει.
Νικος Νικολάου - Χατζημιχαήλ
από τη συλλογή Ύδατα Υδάτων, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου