Μεσόκοπος
μετράει άστρα στη βεράντα ακούει τυραννικά
ώρες
που περπατάν βαριεστημένα φεύγοντας αθόρυβακαταναλώνει τιμολόγια υπερκαταστημάτων πολυσέλιδες εφημερίδες,
βλέποντας με τα κιάλια αφίσες γυμνών πτωμάτων διαφημίσεις μοναξιάς.
Ταμπέλες
φωτεινές αναβοσβήνουν ήχοι τσαλακωμένες λαμαρίνες
νυχτερινές
μοτοσυκλέτες διαπερνούν την ευλογία του σκότουςδιαλύοντας την πλήξη του οινοπνεύματος με την εξάτμισή τους.
Εκείνος,
μόνος του, εκλιπαρεί για έναν έρωτα, μια τελευταία ευκαιρία.
Γνωρίζει,
φυσικά, πόσο ευνοήθηκε στο παρελθόν, τι δώρα πήρε,κι αν σήμερα πια δεν δικαιούται κύκνεια δώρα, ζητά μιαν εξαίρεση.
Δεν κάνει πια παζάρια, δεν εξετάζει χρώμα, δέρμα και αφή,
δεν συζητά ηλικία, χρώμα δακρύων, επάγγελμα, θρησκεία.
Δεν
απαιτεί πια, δεν αξιώνει, δεν έχει πλέον υπεροψία.
Σχεδόν
ζητιάνος. Τι σχεδόν; Εκλιπαρεί έναν τελευταίο έρωτα, ζητιάνος,επαίτης, για ένα κύκνειο θείο δώρο πριν φύγει σαν το σκυλί.

Συγκλονιστικό ποίημα !!
ΑπάντησηΔιαγραφή