Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου
Τον είδα να έρχεται από το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν από την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ΄εκείνον το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ' αντιχαιρέτισε.
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στον μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μήν κάθεσαι στο κρύο. Θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν' αποταμιεύσεις μνήμες».
Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δελφίνα μπορεί και να χιόνιζε.
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
από τη συλλογή Από μνήμης, 2010
Όπως αναφέρει ο Γιώργος Θεοχάρης στις Σημειώσεις του βιβλίου του, ο μονάκριβος φίλος του στο ποίημα είναι ο συνομήλικός του ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος. Και δικός μου αγαπημένος φίλος.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜε την ευκαιρία, σας συνιστώ θερμά να διαβάσετε τόσο τα προηγούμενα ποιήματα του Γιώργου Θεοχάρη, όσο και τα ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου που έχω αναρτήσει στο Λιβάδι.