Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,
Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.
Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου
Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.
Ή το θυμό μιας άδικης τύχης
(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).
Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,
Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,
Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα
Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,
Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
από τη συλλογή Λιμός, 2007
Ποιητή μου, πολύ σκοτεινό ποίημα...
ΑπάντησηΔιαγραφήκάνουν και τέτοια τα τριαντάφυλλα?
Ξωτικό μου, εσύ δεν έχεις ποτέ λιμοκτονήσει, δεν σ' έχει «θερίσει πείνα αγάπης»; Δεν σ' έχει ματώσει η μνήμη μιας χαμένης αγάπης από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στην αποθέωσή του;
ΑπάντησηΔιαγραφή"Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
ΑπάντησηΔιαγραφήΠως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …"
Πείνα αγάπης...θανατηφόρα...
Είναι από αυτά, που κλείνεις τα μάτια σου, να δείς την εικόνα!
Kαλό απόγευμα!
Εγώ μένω και στον στίχο «λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο», Όλγα μου. Μαζί με την πείνα της αγάπης, πείνα δικαιοσύνης. Της δικαιοσύνης που φαίνεται ότι ήταν στα υπόψη για την όγδοη μέρα της δημιουργίας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΌπου και να μείνεις Τόλη μου, πονάει...
ΑπάντησηΔιαγραφήΚυρίως το δεύτερο, Ποιητή μου...
ΑπάντησηΔιαγραφήκαι παραφράζοντας την Κική Δημουλά...
Οι νύχτες με τριαντάφυλλα, από δω και μπρος...
Ω(χ), ναι,'Ολγα μου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο φαντάστηκα. ξωτικό της πόλης των φαντασμάτων. Το φαντάστηκα.
ΑπάντησηΔιαγραφή